extend

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪkˈstɛnd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ɪkˈstɛnd/ ,USA pronunciation: respelling(ik stend)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
extend [sth] vtr (make longer: physically) (προσθήκη νέου τμήματος)επεκτείνω ρ μ
  (αλλάζει το μήκος)επιμηκύνω ρ μ
 They are going to extend the bike path by 3 km.
 Θα επεκτείνουν τον ποδηλατόδρομο κατά 3 χιλιόμετρα.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Παρατηρήσαμε ότι η μεταλλική ράβδος επιμηκύνθηκε όταν την θερμάναμε.
extend [sth] vtr (make longer: time) (επίσημο: χρόνος)παρατείνω ρ μ
 The legislature extended the voting time by 15 minutes.
 ΝΕW: Αποφασίσαμε να παρατείνουμε τις διακοπές μας κατά μία βδομάδα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
extend vi (stretch out)εκτείνομαι ρ αμ
  απλώνομαι ρ αμ
  (μεταφορικά)φτάνω ρ αμ
 The roof of the house extends over the porch.
 Η οροφή του σπιτιού εκτείνεται πάνω από τη βεράντα.
extend vi (stretch to reach sthg)τεντώνομαι ρ αμ
 She extended to reach the top shelf without letting go of the baby.
 Τεντώθηκε για να φτάσει το πιο ψηλό ράφι χωρίς να αφήσει το μωρό.
extend vi (spread)εκτείνομαι ρ αμ
  (μεταφορικά)φτάνω ρ αμ
 Our land extends from the river to the road.
 Η γη μας εκτείνεται από το ποτάμι ως τον δρόμο.
extend [sth] vtr (hand: hold out)απλώνω ρ μ
  (λόγιο)τείνω ρ μ
 The Frenchman extended his hand to shake mine.
 Ο Γάλλος άπλωσε το χέρι του, για να κάνουμε χειραψία.
 Ο Γάλλος έτεινε το χέρι του, για να κάνουμε χειραψία.
extend [sth] vtr (place at full length)απλώνω ρ μ
 He extended the map across the table.
 Άπλωσε τον χάρτη πάνω στο τραπέζι.
extend [sth] vtr (widen)επεκτείνω ρ μ
  διευρύνω ρ μ
 The seatbelt law has been extended to include back seats.
 Ο νόμος για τη ζώνη ασφαλείας έχει επεκταθεί και στα πίσω καθίσματα.
extend [sth] vtr (offer)υποβάλλω ρ μ
  (καθομιλουμένη)κάνω ρ μ
 She extended an offer to buy the business.
 Υπέβαλε προσφορά, για να αγοράσει την εταιρεία.
extend vtr (extrapolate)βρίσκω ρ μ
  φτάνω ρ αμ
 Let's extend this idea to its logical conclusions.
 Ας βρούμε τα λογικά συμπεράσματα από αυτή την ιδέα.
 Ας φτάσουμε στα λογικά συμπεράσματα από αυτή την ιδέα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
extend an olive branch v expr figurative (offer reconciliation) (μεταφορικά)τείνω κλάδο ελαίας έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'extend' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: extend a [greeting, salutation, welcome, hand] (to), extend a [warning, caution, message], extend a [warm, helping] hand, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση extend στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «extend».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!