mix

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmɪks/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/mɪks/ ,USA pronunciation: respelling(miks)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mix [sth] and [sth] vtr + conj (blend)ανακατεύω, αναμειγνύω ρ μ
 We mixed red and yellow paint to create orange paint.
 Ανακατέψαμε (or: αναμείξαμε) κόκκινη και κίτρινη μπογιά για να φτιάξουμε πορτοκαλί μπογιά.
mix [sth] with [sth] vtr + prep (combine)ανακατεύω, αναμειγνύω ρ μ
 Mix the butter with the sugar, then add the eggs.
 Ανακατέψτε (or: αναμείξτε) το βούτυρο με τη ζάχαρη και προσθέστε τα αυγά.
mix [sth] vtr (stir)ανακατεύω ρ μ
 The recipe says to mix the ingredients until the butter has been absorbed.
 Η συνταγή λέει να ανακατέψεις τα συστατικά μέχρι να απορροφηθεί το βούτυρο.
mix vi (be blended, combine)αναμειγνύομαι, ανακατεύομαι ρ αμ
 Just add the water and the juice, and they will mix on their own.
 Απλά προσθέστε το νερό και το χυμό και θα αναμειχθούν (or: ανακατευτούν) μόνα τους.
mix n (blend, mixture)μείξη, μίξη ουσ θηλ
  μείγμα, μίγμα ουσ ουδ
 Orange paint is a mix of red paint and yellow paint.
 Η πορτοκαλί μπογιά είναι μείξη κόκκινης και κίτρινης μπογιάς.
 Η πορτοκαλί μπογιά είναι ένα μείγμα από κόκκινη και κίτρινη μπογιά.
mix n (proportions)δοσολογία ουσ θηλ
 The correct mix to create this colour paint is 4 parts blue and 2 parts red.
 Η σωστή δοσολογία για να δημιουργήσετε αυτό το χρώμα είναι τέσσερα μέρη μπλε και δύο μέρη κόκκινο.
mix n (food: semi-prepared)μείγμα, μίγμα ουσ ουδ
 Don't bother making a cake from scratch. Just buy a cake mix.
 Μην κάτσεις να φτιάξεις το κέικ από την αρχή. Αγόρασε απλά το έτοιμο μείγμα.
mix n informal (variety of people)κόσμος ουσ αρσ
 There was a good mix at the party - plenty of single guys and single girls.
 Είχε καλό κόσμο στο πάρτι - πολλούς ελεύθερους άντρες και γυναίκες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mix n (act of mixing)ανάμειξη, ανάμιξη, μείξη, μίξη ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)ανακάτεμα ουσ ουδ
 The mix of the ingredients took ten minutes to accomplish.
 Η ανάμειξη (or: μίξη) των υλικών διήρκησε δέκα λεπτά.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το ανακάτεμα των υλικών της πήρε πολύ ώρα, και τελικά δεν πρόλαβε να τελειώσει εγκαίρως.
mix n (music compilation)μίξη ουσ θηλ
 I created a mix of my favourite music for you on a CD.
 Σου έφτιαξα μια μίξη με την αγαπημένη μου μουσική σε ένα CD.
mix vi informal (be compatible)ταιριάζω ρ αμ
 They say that American guys and Spanish girls mix pretty well.
 Λένε ότι οι Αμερικάνοι με τις Ισπανίδες ταιριάζουν πολύ καλά μεταξύ τους.
mix vi (spend time together)βρίσκομαι ρ αμ
 I really like Robert, but we don't mix.
 Συμπαθώ πολύ τον Ρόμπερτ, αλλά δεν βρισκόμαστε.
mix [sth] vtr (music: blend tracks)μιξάρω ρ μ
 The DJ mixed the two tunes expertly. We should go to that dance club again.
 Ο DJ μίξαρε τα δυο κομμάτια με επιδεξιότητα. Πρέπει να ξαναπάμε σ' αυτό το κλαμπ.
mix with [sb/sth] vtr phrasal insep informal (be sociable, mingle)αναμειγνύομαι ρ αμ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The politician mixed with the crowd, saying hello to everybody.
 Ο πολιτικός αναμείχθηκε με το πλήθος και χαιρέτησε όλο τον κόσμο.
mix with [sb] vtr phrasal insep informal (socialize) (με κπ)συναναστρέφομαι ρ αμ
  κάνω παρέα έκφρ
 I like to mix with people of all ages as this helps broaden my outlook on life.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
mix [sth] in,
mix in [sth]
vtr phrasal sep
(blend or stir in)ανακατεύω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  ενσωματώνω ρ μ
mix up [sth],
mix [sth] up,
mix up [sth] and [sth]
vtr phrasal sep
(mistake)μπερδεύω ρ μ
 My grandfather is always mixing up his words.
 Ο παππούς μου μπερδεύει συνέχεια τα λόγια του.
mix [sth] up with [sth] vtr phrasal sep (mistake, confuse) (καθομιλουμένη)μπερδεύω κτ με κτ άλλο ρ μ + πρόθ
  συγχέω κτ με κτ άλλο ρ μ + πρόθ
 A lot of people mix up the meaning of 'imply' with the meaning of 'infer'.
 Πολλοί συγχέουν τη σημασία της λέξης «υπονοώ» με τη σημασία της λέξης «συνάγω».
mix [sth] up vtr phrasal sep (make disorderly)ανακατεύω ρ μ
 Please don't mix up my chess pieces.
 Σε παρακαλώ μην ανακατέψεις τα πιόνια απ' το σκάκι μου.
mix [sth] up vtr phrasal sep (concoct) (με ανάμειξη συστατικών)παρασκευάζω ρ μ
  (καθομιλουμένη)φτιάχνω ρ μ
 I'm going to mix up some strawberry milkshakes.
 Θα φτιάξω μερικά μιλκ σέικ φράουλα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cake mix n (prepared batter for cake-baking)μείγμα για κέικ περίφρ
 This cake mix is very convenient: you only need to add oil and an egg.
mix CD n (compilation of songs recorded to a CD)CD με διάφορα τραγούδια περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
mix it up v expr slang (argue, fight) (αργκό)πλακώνομαι ρ αμ
 The hockey teams really mixed it up last night; some of the boys went home with fewer teeth.
 Οι ομάδες χόκεϊ πλακώθηκαν για τα καλά χτες το βράδυ. Μερικά από τα παιδιά γύρισαν σπίτι με λιγότερα δόντια.
mix it up v expr US, slang (actively compete)βάζω τα δυνατά μου έκφρ
  τα δίνω όλα έκφρ
 Our basketball team isn't doing very well; I wish they would mix it up a little.
 Η ομάδα του μπάσκετ μας δεν τα πάει και πολύ καλά, μακάρι να έβαζαν λίγο τα δυνατά τους .
mix it up v expr informal (vary things)έχω ποικιλία περίφρ
  κάνω ένα ποτ πουρί έκφρ
  κάνω αλλαγές περίφρ
  αλλάζω, ανακατεύω ρ μ
 The band like to mix it up a bit to keep things interesting.
 Το συγκρότημα προτιμά να έχει ποικιλία, για να κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του κοινού.
mix it up with [sb] v expr US, slang (argue, fight) (αργκό)πλακώνομαι με κπ ρ αμ + πρόθ
 John really mixed it up with Joe; now both of them are in the hospital.
mix [sth] together vtr + adv (blend by stirring)ανακατεύω ρ μ
 Mix together the flour, egg and milk until you have a smooth paste.
mix [sth] and [sth] together,
mix together [sth] and [sth]
vtr + adv
(combine, blend)ανακατεύω, αναμειγνύω ρ μ
 If you mix blue and red together, you get purple.
mix [sth] together with [sth] v expr (combine, blend) (κάτι με κάτι)ανακατεύω ρ μ
  αναμειγνύω ρ μ
mix up [sb] and [sb],
mix up [sb] with [sb]
v expr
(identities: confuse)μπερδεύω κπ με κπ άλλο ρ μ + πρόθ
 I always mix up Scarlett Johansson and Amber Heard; to me they look really alike!
 Πάντα μπερδεύω τη Σκάρλετ Γιόχανσον με την Άμπερ Χερντ. Για εμένα, μοιάζουν πάρα πολύ.
mix-up n informal (confusion) (καθομιλουμένη)μπέρδεμα ουσ ουδ
 The nurse administered heparin instead of Coumadin, a fatal mix-up.
 Η νοσοκόμα χορήγησε ηπαρίνη αντί για κουμαδίνη, πράγμα που ήταν ένα μοιραίο μπέρδεμα.
mixtape,
mix tape,
compilation tape
n
(compilation of songs on cassette)κασέτα με διάφορα τραγούδια περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
ready-mix n (mixture: ingredients already added)έτοιμο μείγμα επίθ + ουσ θηλ
ready-mix n as adj (made of ingredients already mixed)σε κουτί περίφρ
  σε έτοιμο μείγμα περίφρ
stuffing mix n (prepared breadcrumb-and-herb mixture) (μαγειρική)μείγμα για γέμιση φρ ως ουσ ουδ
trail mix n (snack food: assorted fruit and nuts)θρεπτικό σνακ για πεζοπόρους και ορειβάτες
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Isla's usual mid-morning snack is a handful of trail mix.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mix' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: mix the [batter, sauce], [cake, bread, cement] mix, make a mix tape (for), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mix στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mix».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!