aim

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈeɪm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/eɪm/ ,USA pronunciation: respelling(ām)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
aim vi (choose a target)σκοπεύω, στοχεύω, σημαδεύω ρ αμ
 Stephen aimed carefully and prepared to fire.
 Ο Στίβεν στόχευσε (or: σημάδεψε) προσεκτικά κι ετοιμάστηκε να πυροβολήσει.
aim [sth] vtr (weapon: point)στοχεύω με κτ, σκοπεύω με κτ ρ αμ + πρόθ
  σημαδεύω με κτ ρ αμ + πρόθ
 The soldier aimed his rifle and fired.
 Ο στρατιώτης στόχευσε (or: σημάδεψε) με το όπλο του και πυροβόλησε.
aim [sth] at [sth/sb] vtr + prep (try to hit) (κάποιον/κάτι με κάτι)σημαδεύω ρ μ
 Although he aimed the arrow at the bull's eye, he hit the outside ring every time.
 Αν και σημάδευε με το βέλος το κέντρο του στόχου, κάθε φορά πετύχαινε τον εξωτερικό δακτύλιο.
aim at [sth/sb] vi + prep (try to hit) (κάποιον/κάτι)σημαδεύω, στοχεύω ρ μ
 Nathan was aiming at the target with his .40-caliber pistol.
 Ο Νέιθαν σημάδευε τον στόχο με το διαμετρήματος 40 χιλιοστών πιστόλι του.
aim at [sth] vi + prep figurative (have as a goal) (μεταφορικά)στοχεύω σε ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά)βάζω στόχο έκφρ
  αποσκοπώ σε, αποβλέπω σε ρ αμ + πρόθ
  επιδιώκω ρ μ
 Jack's aiming at becoming the president of the company someday.
 Ο Τζακ επιδιώκει να γίνει ο πρόεδρος της εταιρείας κάποια μέρα.
aim for [sth] vi + prep figurative (try to reach, achieve)στοχεύω σε, αποσκοπώ σε, αποβλέπω σε ρ αμ + πρόθ
  επιδιώκω ρ μ
 The students aim for high marks during examinations.
 Οι μαθητές στοχεύουν σε υψηλούς βαθμούς κατά τη διάρκεια των εξετάσεων.
 Οι μαθητές επιδιώκουν υψηλούς βαθμούς κατά τη διάρκεια των εξετάσεων.
aim to do [sth] v expr figurative (intend, aspire) (να κάνω κάτι)έχω στόχο ρ έκφρ
  στοχεύω ρ μ
  (επίσημο: σε κάτι)αποσκοπώ ρ μ
 When I play, I aim to win.
 Όταν παίζω, έχω στόχο να κερδίσω.
 Όταν παίζω, στοχεύω στη νίκη.
aim [sth] at [sb/sth] vtr + prep figurative, often passive (have as intended audience) (κάτι/κάποιον)απευθύνομαι σε ρ αμ + πρόθ
 The movie is aimed at a younger audience.
 Η ταινία απευθύνεται σε νεαρό κοινό.
aim n (objective, purpose) (λόγος ύπαρξης)σκοπός, στόχος ουσ αρσ
  (επιθυμία)επιδίωξη, βλέψη ουσ θηλ
 The aim of an army is to protect the people.
 Ο σκοπός (or: στόχος) του στρατού είναι να προστατεύει τον λαό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
aim n (pointing a weapon)σημάδι ουσ ουδ
  στόχος ουσ αρσ
 The hunter missed because his aim was off.
aim n (shooting accuracy)σημάδι ουσ ουδ
  στόχος ουσ αρσ
 Tom has a good aim.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
aim for [sth] vi + prep (try to hit: a target)στοχεύω ρ μ
 Aim for the center of the target.
aim high vi + adv (try to hit a high target)στοχεύω ψηλά ρ μ + επίρ
 You have to aim high when you shoot baskets.
aim high vi + adv figurative (aspire to do well) (μεταφορικά)στοχεύω ψηλά ρ μ + επίρ
  έχω υψηλούς στόχους έκφρ
 Jerry needs to aim high if he wants to get grades that are good enough to do Medicine at university.
Ready,
aim,
fire!
interj
(command to someone firing a weapon) (στρατός)Έτοιμοι, στοχεύσατε, πυρ! επιφ
take aim vtr + n (point a weapon)σημαδεύω, σκοπεύω ρ αμ
 He raised his gun and took aim.
take aim at [sth/sb] v expr (point a weapon at) (με όπλο)σημαδεύω, στοχεύω ρ μ
 I saw a sniper taking aim at us from a second-story window.
ultimate aim n (underlying or most important goal)απώτερος σκοπός ουσ αρσ
 The ultimate aim of this presentation is to show you how global warming affects all of us.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'aim' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: aim to [eliminate, provide, achieve, change, improve], the [attackers, terrorists] were aiming to kill [civilians, innocent people], have the aim of [improving, finishing, restoring], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aim στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «aim».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!