intent

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈtɛnt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ɪnˈtɛnt/ ,USA pronunciation: respelling(in tent)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
intent n (plan, idea, goal)πρόθεση ουσ θηλ
  σκοπός, στόχος ουσ αρσ
 It was not Amy's intent to hurt anyone.
 Η Άμι δεν είχε πρόθεση να πληγώσει κανέναν.
intent n (intention)πρόθεση ουσ θηλ
 Intent doesn't really matter when the result is disastrous.
 Η πρόθεση δεν έχει και μεγάλη σημασία όταν το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό.
intent on doing [sth] adj (determined)αποφασισμένος να κάνω κτ περίφρ
 Peter was intent on going to work even though he was sick.
 Ο Πήτερ ήταν αποφασισμένος να πάει στη δουλειά αν και ήταν άρρωστος.
intent adj (intense)έντονος επίθ
  αποφασιστικός επίθ
 Seth gave Ben an intent look.
 Ο Σεθ έριξε ένα αποφασιστικό βλέμμα στον Μπεν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
intent on,
intent upon
prep
(determined to)αποφασισμένος επίθ
 With all their drug use some celebrities seem intent on self-destruction.
 John works very long hours: he's intent on becoming a millionaire before he turns 30.
 Κάποιοι διάσημοι παίρνουν τόσα ναρκωτικά που φαίνεται να είναι αποφασισμένοι να οδηγηθούν στην αυτοκαταστροφή. // Ο Τζον δουλεύει υπερωρίες. Είναι αποφασισμένος να γίνει εκατομμυριούχος πριν κλείσει τα 30.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'intent' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: that was not my intent!, that was not my intent, but, but that was not my intent, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση intent στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «intent».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!