WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΕλληνικάΑγγλικά
αβεβαιότητα ουσ θηλ (έλλειψη σιγουριάς, βεβαιότητας)uncertainty n
 Δεν ξέρω τι μπορεί να συμβεί κι έχω μια αβεβαιότητα για το μέλλον μου στην εταιρεία.
αβεβαιότητα ουσ θηλ (αίσθημα αοριστίας, ασάφειας)uncertainty n
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
uncertainty n (mental)αβεβαιότητα ουσ θηλ
  αμφιβολία ουσ θηλ
  ανασφάλεια ουσ θηλ
 Adam's uncertainty was the only thing stopping him making a decision.
 Η αβεβαιότητά του ήταν το μόνο πράγμα που απέτρεπε τον Άνταμ από το να πάρει μια απόφαση.
instability n (uncertain state)αστάθεια, αβεβαιότητα ουσ θηλ
 Political instability led to a revolution.
incertitude n literary, formal (uncertainty)αβεβαιότητα ουσ θηλ
 The incertitude of David's job caused him to search for a new one.
dubiety n (doubt)αμφιβολία, αβεβαιότητα ουσ θηλ
ambivalence n (indecision)αβεβαιότητα, αναποφασιστικότητα ουσ θηλ
 Jenna's ambivalence towards her future career has led her to take a semester off from college.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doubt n (uncertainty)αβεβαιότητα ουσ θηλ
 The doubt about his job's future kept them from buying a new car.
uncertainty n (in doubt)αβεβαιότητα ουσ θηλ
  (σχετικά με κάτι)αμφιβολία ουσ θηλ
 The firm decided not to go ahead with the project, because of the uncertainty of the outcome.
precariousness n (danger, riskiness)επισφάλεια ουσ θηλ
  αστάθεια ουσ θηλ
  αβεβαιότητα ουσ θηλ
  επισφαλής χαρακτήρας επίθ + ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
brittle adj figurative (superficially confident, but nervous)αγχωμένος επίθ
  αβέβαιος επίθ
  που δείχνει αβεβαιότητα, που δείχνει ανασφάλεια περίφρ
  προσποιητά σίγουρος φρ ως επίθ
 Her palms sweating, Lucy gave her interviewer a brittle smile.
falteringly adv (with hesitation, unsteady)διστακτικά επίρ
  με αβεβαιότητα φρ ως επίρ
 The elderly man made his way falteringly down the steps.
uncertainly adv (with hesitation)διστακτικά, αβέβαια επίρ
  με αβεβαιότητα, με δισταγμό περίφρ
 Aaron hovered at the door uncertainly for a moment before knocking.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση αβεβαιότητα στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «αβεβαιότητα».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!