WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
αβάσταχτος, αβάστακτος επίθ | (δεν αντέχεται) | unbearable adj |
| | | intolerable adj |
| | | unendurable adj |
| | Ο πόνος της μάνας που χάνει το παιδί της είναι αβάσταχτος. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
αβάσταχτος, αβάστακτος επίθ | (πολύ βαρύς) | unliftable adj |
| | Αβάσταχτο ήταν το φορτίο που κουβαλούσε στους ώμους του ο άντρας. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
| Κύριες μεταφράσεις |
| excruciating adj | (pain: intense) | πολύ έντονος, πολύ δυνατός περίφρ |
| | | αβάσταχτος επίθ |
| | | που δεν αντέχεται περίφρ |
| | The pain of passing a kidney stone is excruciating. |
| insupportable adj | (unbearable) | αφόρητος, αβάσταχτος,
ανυπόφορος επίθ |
| | (καθομ) | που δεν αντέχεται έκφρ |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| unbearable adj | (not endurable) | αφόρητος, ανυπόφορος επίθ |
| | | που δεν αντέχεται περίφρ |
| | | αβάσταχτος επίθ |
| | The loud music coming from the neighbour's stereo at 3 in the morning was unbearable. |
| | Η δυνατή μουσική που ακουγόταν από το στερεοφωνικό του γείτονα στις 3 τη νύχτα ήταν ανυπόφορη. |