WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| αβαρής επίθ | (λίγο ή καθόλου βάρος) | light adj |
| | | weightless adj |
| | Όταν δεν υπάρχει βαρύτητα οι αστροναύτες αισθάνονται αβαρείς. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| αβαρής επίθ | μεταφορικά (άμυαλος, ανόητος) | foolish adj |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
| Κύριες μεταφράσεις |
| weightless adj | (without gravity) | αβαρής επίθ |
| | In space, everything is weightless. |
| weightless adj | figurative (extremely light) | πολύ ελαφρύς επίρ + επίθ |
| | | πανάλαφρος επίθ |
| | | αβαρής επίθ |
| | This shampoo will make your hair feel weightless. |
| light adj | (not heavy in weight) | ελαφρύς επίθ |
| | (επίσημο, επιστημονικό) | αβαρής επίθ |
| | Give me the heavy bag, and you can carry the light one. |
| | Δώσε σε μένα τη βαριά τσάντα και πάρε εσύ την ελαφριά. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Στο παραπάνω σχήμα οι τάσεις είναι ίσες, επειδή το νήμα είναι αβαρές. |