WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Κύριες μεταφράσεις |
αβρός επίθ | (άτομο: ευγενικός) | polite adj |
| | courteous adj |
| Ο αβρός κύριος έκανε ένα κομπλιμέντο στην κοπέλα. |
αβρός επίθ | (κίνηση, πράξη: ευγενική) | polite adj |
| (colloquial) | nice adj |
| Οι αβρές χειρονομίες του παραπέμπουν σε άλλη εποχή. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις |
suave adj | (smooth, charming) | ευγενικός επίθ |
| | μειλίχιος επίθ |
| (μεταφορικά) | γλυκός επίθ |
| | αβρός επίθ |
| Everyone says he's as suave in person as he is on screen. |
| Όλοι λένε ότι είναι τόσο γλυκός στη ζωή όσο είναι και στην οθόνη. |
genteel adj | (person: refined) | ευγενικός, αβρός, εκλεπτυσμένος επίθ |
| Clive was a genteel sort who always wore spats on his shoes. |
chivalrous adj | (gentlemanly, courteous) | αβρός, ευγενικός επίθ |
| (μεταφορικά) | ιπποτικός επίθ |
| Jason is quite chivalrous; he always opens doors for his girlfriend. |
debonair adj | (man: suave, charming) | ευγενής, αβρός επίθ |
| Chris is certainly debonair, but he seems like a scammer. |
courtly adj | (refined, elegant) | ευγενικός, ευγενής επίθ |
| | αρχοντικός, αριστοκρατικός επίθ |
| | εκλεπτυσμένος επίθ |
| (λόγιο) | αβρός επίθ |
| The man is known around town for his courtly way of speaking. |
gallant adj | (man: gentlemanly, courteous) (άνδρας: με καλούς τρόπους) | ευγενικός, ιπποτικός, αβρός επίθ |
| Chris is always gallant and opens doors for women. |
genteel adj | (stylish, elegant) | αβρός, εκλεπτυσμένος επίθ |
| (καθομιλουμένη) | στιλάτος επίθ |
| Clarissa seems as if she's from a bygone, more genteel era. |
chivalrous adj | (gallant) | αβρός, ευγενικός επίθ |
| (μεταφορικά) | ιπποτικός επίθ |
| The crown prince is handsome and chivalrous. |