WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| αβαντάζ ουσ ουδ άκλ | (το πλεονέκτημα) | advantage n |
| | | benefit n |
| | | edge n |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
| Κύριες μεταφράσεις |
| edge n | (competitive advantage) (ευνοϊκότερη θέση) | πλεονέκτημα ουσ ουδ |
| | | αβαντάζ ουσ ουδ άκλ |
| | The home team had an edge over its opponents because it was taller. |
| | Οι γηπεδούχοι είχαν πλεονέκτημα συγκριτικά με τους αντιπάλους τους, επειδή ήταν ψηλότεροι. |
| | Οι γηπεδούχοι είχαν το αβαντάζ συγκριτικά με τους αντιπάλους τους, επειδή ήταν ψηλότεροι. |