relief

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈliːf/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/rɪˈlif/ ,USA pronunciation: respelling(ri lēf)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
relief n (alleviation)ανακούφιση ουσ θηλ
 In his depressed state, seeing his friend was a relief.
 Ήταν μεγάλη ανακούφιση, μες στην κατάθλιψή του, να δει το φίλο του.
relief n (assistance)αρωγή, βοήθεια, ενίσχυση ουσ θηλ
  (χρηματικό ποσό)βοήθημα ουσ ουδ
 The organisation provides financial relief for survivors of natural disasters.
 Ο οργανισμός παρέχει οικονομική αρωγή σε επιζώντες φυσικών καταστροφών.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι άνεργοι συνήθως παίρνουν βοήθημα απ' το κράτος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
relief n (replacement)προϊόν αντικατάστασης φρ ως ουσ ουδ
 Reliefs came when stock diminished.
relief n (pleasing change)ανακούφιση ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)ξαλάφρωμα ουσ ουδ
 My strict aunt's absence was a relief to me.
relief n (replacement person)αντικαταστάτης, αντικαταστάτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 He couldn't leave his desk till his relief showed up.
relief n uncountable (rescue)βοήθεια ουσ θηλ
 After days in the wilderness, relief arrived in the form of a search team.
relief n (pressure release)ανακούφιση ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)ξαλάφρωμα ουσ ουδ
 The victim's family felt some relief when the culprit was caught.
relief n (art: projection)ανάγλυφο ουσ ουδ
 Some beautiful reliefs adorn the portal of the cathedral.
relief n (geography: difference in elevation)ανάγλυφο ουσ ουδ
 The Himalayan region is one of extreme relief.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bas-relief n Gallicism (raised sculpture effect)ανάγλυφο ουσ ουδ
 The pattern is carved in bas-relief on the temple wall.
comic relief n (drama: funny moments)χιουμοριστική σκηνή σε δράμα
 The character of Mercutio provides some comic relief in the play.
comic relief n (break in [sth] stressful)αστείο που χαλαρώνει τεταμένη ατμόσφαιρα έκφρ
 The teacher falling down provided comic relief for the anxious students during their exam.
give [sb] relief vtr + n (sooth pain, burden)ανακουφίζω ρ μ
 Take this medicine; it'll you give relief.
injunctive relief n (court order)ασφαλιστικά μέτρα φρ ως ουσ ουδ πλ
 The court granted injunctive relief.
pain relief n (medicine)παυσίπονο επίθ ως ουσ ουδ
  αναλγητικό επίθ ως ουσ ουδ
pain-relief n as adj (medicine)παυσίπονος επίθ
  αναλγητικός επίθ
relief efforts npl (aid after a disaster)ανθρωπιστική βοήθεια επίθ + ουσ θηλ
 Relief efforts have been launched to assist those who have been affected by the hurricane.
relief map n (map with three-dimensional surface)ανάγλυφος χάρτης επίθ + ουσ αρσ
 The lines on a relief map show how steep the terrain is.
relief of burden n (release from [sth] oppressive)ανακούφιση από βάρος φρ ως ουσ θηλ
 Professional carers can provide relief of burden for people who are looking after someone who is mentally ill.
relief valve (physics)ανακουφιστική βαλβίδα επίθ + ουσ θηλ
  βαλβίδα εκτόνωσης φρ ως ουσ θηλ
sigh of relief n (audible breath when difficulty is over)αναστεναγμός ανακούφισης περίφρ
 Prudence heaved a sigh of relief as her beloved horse was freed from the mud.
strain relief n (engineering: wire, cable)λάστιχο διέλευσης φρ ως ουσ ουδ
  προστατευτικό διέλευσης φρ ως ουσ ουδ
 These cord grips provide strain relief for cords on plugs.
war relief n (humanitarian aid)ανθρωπιστική βοήθεια φρ ως ουσ θηλ
  (κατά λέξη)ανθρωπιστική βοήθεια σε περίπτωση πολέμου περίφρ
 The Red Cross raised $3 million for war relief.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'relief' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [pain, congestion, headache] relief, relief [efforts, donations, food, blankets], relief [from, for] [pain], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση relief στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «relief».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!