WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Κύριες μεταφράσεις |
relief n | (alleviation) | ανακούφιση ουσ θηλ |
| In his depressed state, seeing his friend was a relief. |
| Ήταν μεγάλη ανακούφιση, μες στην κατάθλιψή του, να δει το φίλο του. |
relief n | (assistance) | αρωγή, βοήθεια, ενίσχυση ουσ θηλ |
| (χρηματικό ποσό) | βοήθημα ουσ ουδ |
| The organisation provides financial relief for survivors of natural disasters. |
| Ο οργανισμός παρέχει οικονομική αρωγή σε επιζώντες φυσικών καταστροφών. |
| ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι άνεργοι συνήθως παίρνουν βοήθημα απ' το κράτος. |
Επιπλέον μεταφράσεις |
relief n | (replacement) | προϊόν αντικατάστασης φρ ως ουσ ουδ |
| Reliefs came when stock diminished. |
relief n | (pleasing change) | ανακούφιση ουσ θηλ |
| (καθομιλουμένη) | ξαλάφρωμα ουσ ουδ |
| My strict aunt's absence was a relief to me. |
relief n | (replacement person) | αντικαταστάτης, αντικαταστάτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| He couldn't leave his desk till his relief showed up. |
relief n | uncountable (rescue) | βοήθεια ουσ θηλ |
| After days in the wilderness, relief arrived in the form of a search team. |
relief n | (pressure release) | ανακούφιση ουσ θηλ |
| (καθομιλουμένη) | ξαλάφρωμα ουσ ουδ |
| The victim's family felt some relief when the culprit was caught. |
relief n | (art: projection) | ανάγλυφο ουσ ουδ |
| Some beautiful reliefs adorn the portal of the cathedral. |
relief n | (geography: difference in elevation) | ανάγλυφο ουσ ουδ |
| The Himalayan region is one of extreme relief. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2025: