reliability

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˌlaɪəˈbɪlɪti/US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/rɪˌlaɪəˈbɪlɪti/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reliability n ([sth], car)αξιοπιστία ουσ θηλ
 Anna was concerned about the car's reliability, so she took it in for a service before setting off on her journey.
 Η Άννα ανησυχούσε για την αξιοπιστία του αυτοκινήτου, οπότε το πήγε για σέρβις πριν αναχωρήσει για το ταξίδι της.
reliability n (person)αξιοπιστία ουσ θηλ
 Edwin's reliability earned him his boss's favour.
 Ο Έντουιν εξασφάλισε την εύνοια του αφεντικού του χάρη στην αξιοπιστία του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'reliability' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: poor [results, performance, sales] due to reliability issues, [fraught, hampered, plagued] with reliability problems, [do, conduct, perform] a reliability analysis, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση reliability στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «reliability».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!