reliable

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈlaɪəbəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/rɪˈlaɪəbəl/ ,USA pronunciation: respelling(ri līə bəl)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reliable adj (trustworthy)αξιόπιστος επίθ
 Is this data reliable?
 Αυτά τα δεδομένα είναι αξιόπιστα;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reliable adj (dependable)αξιόπιστος επίθ
  (κυρίως οικονομικά θέματα)φερέγγυος επίθ
  εχέγγυος επίθ
 He is reliable and shows up for work every day.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'reliable' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a reliable [service, employee, program], reliable [results, data, information], [need, offer] more reliable [results], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση reliable στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «reliable».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!