| Κύριες μεταφράσεις |
| object n | (physical thing, item) | αντικείμενο, πράγμα ουσ ουδ |
| | (καθομιλουμένη) | πράγμα, πράμα ουσ ουδ |
| | There are a number of objects lying on the floor. |
| | Αρκετά αντικείμενα κείτονται στο πάτωμα. |
| object n | (goal, objective) | σκοπός, στόχος ουσ αρσ |
| | Henry's object is to become CEO by the time he's thirty-five. |
| | Ο σκοπό του Χένρυ είναι να γίνει CEO μέχρι τα τριανταπέντε του. |
| object n | (complement of a verb) (γραμματική) | αντικείμενο ουσ ουδ |
| | Transitive verbs take an object. |
| | Τα μεταβατικά ρήματα παίρνουν αντικείμενο. |
| object⇒ vi | (disapprove) (λόγιος) | ενίσταμαι ρ αμ |
| | | διαφωνώ ρ αμ |
| | You want to build a road through the nature reserve? Well, I object! |
| | Θέλεις να ανοίξεις δρόμο μέσα από το καταφύγιο άγριας ζωής; Λοιπόν, ενίσταμαι! |
| object to [sth] vi + prep | (disagree with) | διαφωνώ με κτ, αντιδρώ σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | (λόγιος) | ενίσταμαι σε κτ, αντιτίθεμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | Ann objected to Ben's participation in the project. |
| | Η Ανν διαφωνούσε με τη συμμετοχή του Μπεν στο πρότζεκτ. |
| object to [sth] vi + prep | (oppose) | διαφωνώ με κτ, αντιδρώ σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | (λόγιος) | ενίσταμαι σε κτ, αντιτίθεμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | Helen objects to the plan for a new road. |
| | Η Έλεν διαφωνεί με το σχέδιο για έναν νέο δρόμο. |
| object to doing [sth] v expr | (be opposed to, disagree with [sth]) | διαφωνώ με το να κάνω κτ, αντιδρώ στο να κάνω κτ περίφρ |
| | The worker objected to having to work late since he wouldn't get paid for the extra hours. |
| | Ο εργάτης διαφώνησε με το να δουλεύει μέχρι αργά γιατί δε θα πληρωνόταν υπερωρίες. |
| object that vtr | (with clause: state disapproval) | διαφωνώ λέγοντας ότι/πως, αντιδρώ λέγοντας ότι/πως περίφρ |
| | Peter and Mary objected that John had cheated. |
| | Ο Πήτερ και η Μαίρη διαφώνησαν λέγοντας πως ο Τζον είχε αντιγράψει. |