Κύριες μεταφράσεις |
loose adj | (clothing, etc.: not tight) | χαλαρός, φαρδύς επίθ |
| I must have lost weight, because my trousers are loose. |
| Πρέπει να έχω χάσει κιλά, γιατί το παντελόνι μου είναι χαλαρό (or: φαρδύ). |
loose adj | (not held in place) | άδετος επίθ |
| (μεταφορικά) | ελεύθερος επίθ |
| The loose diamonds were worth thousands of dollars. |
| Τα άδετα διαμάντια άξιζαν χιλιάδες δολάρια. |
loose adj | (not fastened) | λυμένος μτχ πρκ |
| (σπάνιο) | λυτός, άδετος επίθ |
| (μεταφορικά) | ελεύθερος επίθ |
| His mother made him tie his loose shoelaces. |
| Η μητέρα του τον έβαλε να δέσει τα λυμένα κορδόνια του. |
loose adj | (not compressed, not compact) (ακολουθεί μετοχή ή επίθετο) | χαλαρά, αραιά επίρ |
| The packing materials are loose, and move during shipping. |
| Τα υλικά της συσκευασίας ήταν χαλαρά (or: αραιά) τοποθετημένα και κουνιόνταν κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. |
loose adj | figurative (vague) | ασαφής, αόριστος επίθ |
| (λιγότερο ασαφής) | αδρός επίθ |
| We have only a loose outline of the plan. |
| Έχουμε μόνο μια ασαφή (or: αόριστη) περιγραφή του σχεδίου. |
loose adj | figurative (not literal or precise) (μεταφορικά: ανακριβής) | γενικός, ευρύτερος επίθ |
| She used a loose meaning of the word. |
| Χρησιμοποίησε μια γενική σημασία της λέξης. |
loose [sth]⇒ vtr | (set free) | ελευθερώνω ρ μ |
| (με σκοπό την επίθεση) | αμολάω ρ μ |
| The man loosed his dogs on the intruder. |
loose [sth] vtr | (untie) | λύνω ρ μ |
| The hero loosed the hostages' bonds and led them to safety. |
Σύνθετοι τύποι:
|
at a loose end, at loose ends adv | informal, figurative (having nothing to do) | χωρίς τίποτα να κάνω περίφρ |
be at loose ends (US), be at a loose end (UK) v expr | (feel unsettled or restless) | ανήσυχος επίθ |
| (καθομιλουμένη) | στην τσίτα έκφρ |
| (καθομιλουμένη, μεταφορικά) | τσιτωμένος μτχ πρκ |
break loose v expr | figurative (free yourself) | ελευθερώνομαι, απελευθερώνομαι ρ αμ |
| I thought I'd fastened the dog's chain securely but he must have broken loose. |
come loose vi + adj | (become unfastened) | χαλαρώνω ρ αμ |
| | λασκάρω ρ αμ |
| | λύνομαι ρ αμ |
| | ξεκουμπώνομαι ρ αμ |
| You better tighten that tire, it's starting to come loose. |
cut loose vi + adj | figurative, slang (become independent) | ανεξαρτητοποιούμαι ρ αμ |
| She really began to cut loose after she left home. |
cut loose vi + adj | figurative, slang (act wildly) (καθομιλουμένη) | ξεδίνω ρ αμ |
| (καθομιλουμένη, μεταφορικά) | το ρίχνω έξω έκφρ |
| After six weeks of boot camp the recruits were ready to cut loose and have a few beers. |
cut [sb] loose vtr + adj | US, figurative, slang (fire from job) | απολύω ρ μ |
| (καθομιλουμένη) | διώχνω ρ μ |
| The company cut Alan loose for supporting the workers' strike. |
get loose vi + adj | informal (become free) | το σκάω έκφρ |
| The next door neighbour's dog got loose again last night. |
get loose vi + adj | US, dated, slang (relax) | χαλαρώνω ρ αμ |
hang loose v expr | (be detached, dangle) | αιωρούμαι, κρέμομαι ρ αμ |
| Water was pouring from the roof because part of the gutter was hanging loose. |
hang loose v expr | slang, figurative (relax, be relaxed) | χαλαρώνω, ηρεμώ ρ αμ |
| Hang loose, man - I'll be back in a minute. |
have a screw loose v expr | figurative, slang (be slightly crazy) (μεταφορικά, καθομιλουμένη) | μου έχει λασκάρει κάποια βίδα έκφρ |
let [sb/sth] loose vtr + adj | (set free, release) | αφήνω ελεύθερο ρ έκφρ |
| | ελευθερώνω ρ μ |
| (αν ήταν δεμένος) | λύνω ρ μ |
| He let his dogs loose on my lawn and they made such a mess! |
| Έλυσε τα σκυλιά του στο γκαζόν μου και το έκαναν χάλια! |
let [sb] loose on [sth] v expr | informal (allow to use freely) | αφήνω κπ ανεξέλεγκτο ρ μ |
| (καθομιλουμένη) | αφήνω κπ λάσκα αντων + ρ μ |
| We should never have let the kids loose on the computer! |
| Ποτέ δεν πρέπει να αφήνουμε τα παιδιά ανεξέλεγκτα στον υπολογιστή! |
loose cannon n | figurative ([sb] who is unpredictable) | απρόβλεπτος επίθ |
| (καθομιλουμένη) | τρελοπαντιέρα ουσ αρσ/θηλ |
| Be careful when you talk to the manager; he's a loose cannon. |
| Πρόσεχε όταν μιλάς με τον διευθυντή, είναι απρόβλεπτος. |
loose change n | (small amount of coins) | ψιλά ουσ ουδ πλ |
| | κέρματα ουσ ουδ πλ |
| Alan had some loose change in his pocket. |
loose coupling n | (computing: flexible relationship) | χαλαρή ζεύξη επίθ + ουσ θηλ |
loose end n | (unfastened end of [sth]) | ελεύθερο άκρο επίθ + ουσ ουδ |
| Helen cast off her knitting and wove in all the loose ends. |
loose end n | figurative, usually plural (unfinished business) | εκκρεμότητα ουσ θηλ |
| (μεταφορικά, καθομ) | ανοιχτό μέτωπο επίθ + ουσ ουδ |
| Your essay just isn't good enough: it's full of loose ends for a start. |
loose end n | figurative, usually plural (unfinished detail) | εκκρεμότητα ουσ θηλ |
| The company directors had one more loose end to tie up before they could announce the merger. |
| Οι διευθυντές της εταιρείας έπρεπε να διευθετήσουν ακόμα μία εκκρεμότητα, προτού ανακοινώσουν τη συγχώνευση. |
loose gravel n | (small stones used in paths) | χαλίκι ουσ ουδ |
loose leaf, loose-leaf tea n | (tea: in the form of leaves) | χύμα φύλλα τσαγιού φρ ως ουσ ουδ πλ |
loose partnership n | (flexible or informal relationship) (προσωπική σχέση) | χαλαρή σχέση, ελεύθερη σχέση επίθ + ουσ θηλ |
| (επαγγελματική σχέση) | χαλαρή εταιρική σχέση περίφρ |
loose stools npl | (liquid faeces) (επίσημο) | υδαρά κόπρανα επίθ + ουσ ουδ πλ |
| | υδαρή κόπρανα επίθ + ουσ ουδ πλ |
loose strands npl | (sewing: unsecured threads) | ξέφτια ουσ ουδ πλ |
loose strands npl | (hair, wool, etc: unsecured fibres) | ξέφτια ουσ ουδ πλ |
loose threads npl | (sewing: unsecured strands) | ξέφτια ουσ θηλ |
loose threads npl | figurative (unresolved issues) | εκκρεμότητες ουσ θηλ πλ |
| (μεταφορικά) | ανοιχτά μέτωπα έκφρ |
| | ανοιχτές υποθέσεις έκφρ |
loose-fitting adj | (baggy, not tight) | φαρδύς, χαλαρός επίθ |
| (μεταφορικά) | άνετος επίθ |
| Wear loose-fitting clothing to allow the skin to breathe. |
loose-leaf n as adj | (binder: with removable pages) | με αφαιρούμενα φύλλα περίφρ |
loose-leaf, loose leaf n as adj | (tea: in the form of leaves) (όχι σε φακελάκι) | με ολόκληρα φύλλα περίφρ |
loose-limbed adj | (having flexible arms and legs) | με ευλύγιστα άκρα περίφρ |
loose-lipped adj | (gossiping, talking too freely) | που δεν κρατάει το στόμα του κλειστό περίφρ |
| | κουτσομπόλης επίθ |
on the loose adv | (unfettered) | λυτός επίθ |
| The neighbor's dogs are on the loose and they are chasing our chickens. |
| Τα σκυλιά του γείτονα είναι λυτά και κυνηγάνε τις κότες μας. |
play fast and loose with [sth] v expr | slang (do [sth] recklessly) | δεν παίρνω κτ στα σοβαρά έκφρ |
| | παίζω κτ κορόνα γράμματα έκφρ |
play fast and loose with [sth] v expr | slang (do [sth] deceitfully) | δεν είμαι ειλικρινής για κτ έκφρ |
pry [sth] loose (US), prize [sth] loose, also UK: prise [sth] loose vtr + adj | (loosen [sth] by pulling) (ανάλογα το είδος της κίνησης) | ξεκολλάω ρ μ |
| | ξεσφηνώνω, ξελασκάρω ρ μ |
shake loose v expr | slang, figurative (free oneself from [sth]) | ξετινάζω ρ μ |
tie up loose ends v expr | figurative (resolve a situation) | τακτοποιώ τις εκκρεμότητες περίφρ |
| | κλείνω την υπόθεση έκφρ |
turn [sb/sth] loose vtr + adj | (release, set free) | ελευθερώνω, αφήνω ελεύθερο ρ μ |
| (καθομιλουμένη) | ξαμολάω ρ μ |
| The dogs were making such a noise that I turned them loose in the paddock. |