loose

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈluːs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/lus/ ,USA pronunciation: respelling(lo̅o̅s)

Inflections of 'loose' (adj):
looser
adj comparative
loosest
adj superlative
Inflections of 'loose' (v): (⇒ conjugate)
looses
v 3rd person singular
loosing
v pres p
loosed
v past
loosed
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
loose adj (clothing, etc.: not tight)χαλαρός, φαρδύς επίθ
 I must have lost weight, because my trousers are loose.
 Πρέπει να έχω χάσει κιλά, γιατί το παντελόνι μου είναι χαλαρό (or: φαρδύ).
loose adj (not held in place)άδετος επίθ
  (μεταφορικά)ελεύθερος επίθ
 The loose diamonds were worth thousands of dollars.
 Τα άδετα διαμάντια άξιζαν χιλιάδες δολάρια.
loose adj (not fastened)λυμένος μτχ πρκ
  (σπάνιο)λυτός, άδετος επίθ
  (μεταφορικά)ελεύθερος επίθ
 His mother made him tie his loose shoelaces.
 Η μητέρα του τον έβαλε να δέσει τα λυμένα κορδόνια του.
loose adj (not compressed, not compact) (ακολουθεί μετοχή ή επίθετο)χαλαρά, αραιά επίρ
 The packing materials are loose, and move during shipping.
 Τα υλικά της συσκευασίας ήταν χαλαρά (or: αραιά) τοποθετημένα και κουνιόνταν κατά τη διάρκεια της μεταφοράς.
loose adj figurative (vague)ασαφής, αόριστος επίθ
  (λιγότερο ασαφής)αδρός επίθ
 We have only a loose outline of the plan.
 Έχουμε μόνο μια ασαφή (or: αόριστη) περιγραφή του σχεδίου.
loose adj figurative (not literal or precise) (μεταφορικά: ανακριβής)γενικός, ευρύτερος επίθ
 She used a loose meaning of the word.
 Χρησιμοποίησε μια γενική σημασία της λέξης.
loose [sth] vtr (set free)ελευθερώνω ρ μ
  (με σκοπό την επίθεση)αμολάω ρ μ
 The man loosed his dogs on the intruder.
loose [sth] vtr (untie)λύνω ρ μ
 The hero loosed the hostages' bonds and led them to safety.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
loose adj figurative, informal (irresponsible, gossipy)ανεύθυνος, ασυλλόγιστος επίθ
  (κουτσομπολιό)αδιάκριτος επίθ
Σχόλιο: Συχνά μπορεί να περιγραφεί και ως κουτσομπολιό: Ακούγονται πολλά κουτσομπολιά για εσάς τους δυο.
 There is loose talk going around about you two. I don't believe a word of it.
loose adj figurative, pejorative, informal (promiscuous) (λόγιος, καθομιλουμένη)ελευθέρων ηθών φρ ως επίθ
  (καθομ, μεταφορικά)εύκολη επίθ
 People called the young woman loose, but as far as she was concerned, she was just having a good time.
 Ο κόσμος αποκαλούσε τη νεαρή κοπέλα «ελευθέρων ηθών», αλλά εκείνη θεωρούσε ότι απλά περνάει καλά.
loose [sth] vtr (shoot: an arrow)ρίχνω ρ μ
 Paris loosed the arrow that killed the mighty Achilles.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
at a loose end,
at loose ends
adv
informal, figurative (having nothing to do)χωρίς τίποτα να κάνω περίφρ
be at loose ends (US),
be at a loose end (UK)
v expr
(feel unsettled or restless)ανήσυχος επίθ
  (καθομιλουμένη)στην τσίτα έκφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)τσιτωμένος μτχ πρκ
break loose v expr figurative (free yourself)ελευθερώνομαι, απελευθερώνομαι ρ αμ
 I thought I'd fastened the dog's chain securely but he must have broken loose.
come loose vi + adj (become unfastened)χαλαρώνω ρ αμ
  λασκάρω ρ αμ
  λύνομαι ρ αμ
  ξεκουμπώνομαι ρ αμ
 You better tighten that tire, it's starting to come loose.
cut loose vi + adj figurative, slang (become independent)ανεξαρτητοποιούμαι ρ αμ
 She really began to cut loose after she left home.
cut loose vi + adj figurative, slang (act wildly) (καθομιλουμένη)ξεδίνω ρ αμ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)το ρίχνω έξω έκφρ
 After six weeks of boot camp the recruits were ready to cut loose and have a few beers.
cut [sb] loose vtr + adj US, figurative, slang (fire from job)απολύω ρ μ
  (καθομιλουμένη)διώχνω ρ μ
 The company cut Alan loose for supporting the workers' strike.
get loose vi + adj informal (become free)το σκάω έκφρ
 The next door neighbour's dog got loose again last night.
get loose vi + adj US, dated, slang (relax)χαλαρώνω ρ αμ
hang loose v expr (be detached, dangle)αιωρούμαι, κρέμομαι ρ αμ
 Water was pouring from the roof because part of the gutter was hanging loose.
hang loose v expr slang, figurative (relax, be relaxed)χαλαρώνω, ηρεμώ ρ αμ
 Hang loose, man - I'll be back in a minute.
have a screw loose v expr figurative, slang (be slightly crazy) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)μου έχει λασκάρει κάποια βίδα έκφρ
let [sb/sth] loose vtr + adj (set free, release)αφήνω ελεύθερο ρ έκφρ
  ελευθερώνω ρ μ
  (αν ήταν δεμένος)λύνω ρ μ
 He let his dogs loose on my lawn and they made such a mess!
 Έλυσε τα σκυλιά του στο γκαζόν μου και το έκαναν χάλια!
let [sb] loose on [sth] v expr informal (allow to use freely)αφήνω κπ ανεξέλεγκτο ρ μ
  (καθομιλουμένη)αφήνω κπ λάσκα αντων + ρ μ
 We should never have let the kids loose on the computer!
 Ποτέ δεν πρέπει να αφήνουμε τα παιδιά ανεξέλεγκτα στον υπολογιστή!
loose cannon n figurative ([sb] who is unpredictable)απρόβλεπτος επίθ
  (καθομιλουμένη)τρελοπαντιέρα ουσ αρσ/θηλ
 Be careful when you talk to the manager; he's a loose cannon.
 Πρόσεχε όταν μιλάς με τον διευθυντή, είναι απρόβλεπτος.
loose change n (small amount of coins)ψιλά ουσ ουδ πλ
  κέρματα ουσ ουδ πλ
 Alan had some loose change in his pocket.
loose coupling n (computing: flexible relationship)χαλαρή ζεύξη επίθ + ουσ θηλ
loose end n (unfastened end of [sth])ελεύθερο άκρο επίθ + ουσ ουδ
 Helen cast off her knitting and wove in all the loose ends.
loose end n figurative, usually plural (unfinished business)εκκρεμότητα ουσ θηλ
  (μεταφορικά, καθομ)ανοιχτό μέτωπο επίθ + ουσ ουδ
 Your essay just isn't good enough: it's full of loose ends for a start.
loose end n figurative, usually plural (unfinished detail)εκκρεμότητα ουσ θηλ
 The company directors had one more loose end to tie up before they could announce the merger.
 Οι διευθυντές της εταιρείας έπρεπε να διευθετήσουν ακόμα μία εκκρεμότητα, προτού ανακοινώσουν τη συγχώνευση.
loose gravel n (small stones used in paths)χαλίκι ουσ ουδ
loose leaf,
loose-leaf tea
n
(tea: in the form of leaves)χύμα φύλλα τσαγιού φρ ως ουσ ουδ πλ
loose partnership n (flexible or informal relationship) (προσωπική σχέση)χαλαρή σχέση, ελεύθερη σχέση επίθ + ουσ θηλ
  (επαγγελματική σχέση)χαλαρή εταιρική σχέση περίφρ
loose stools npl (liquid faeces) (επίσημο)υδαρά κόπρανα επίθ + ουσ ουδ πλ
  υδαρή κόπρανα επίθ + ουσ ουδ πλ
loose strands npl (sewing: unsecured threads)ξέφτια ουσ ουδ πλ
loose strands npl (hair, wool, etc: unsecured fibres)ξέφτια ουσ ουδ πλ
loose threads npl (sewing: unsecured strands)ξέφτια ουσ θηλ
loose threads npl figurative (unresolved issues)εκκρεμότητες ουσ θηλ πλ
  (μεταφορικά)ανοιχτά μέτωπα έκφρ
  ανοιχτές υποθέσεις έκφρ
loose-fitting adj (baggy, not tight)φαρδύς, χαλαρός επίθ
  (μεταφορικά)άνετος επίθ
 Wear loose-fitting clothing to allow the skin to breathe.
loose-leaf n as adj (binder: with removable pages)με αφαιρούμενα φύλλα περίφρ
loose-leaf,
loose leaf
n as adj
(tea: in the form of leaves) (όχι σε φακελάκι)με ολόκληρα φύλλα περίφρ
loose-limbed adj (having flexible arms and legs)με ευλύγιστα άκρα περίφρ
loose-lipped adj (gossiping, talking too freely)που δεν κρατάει το στόμα του κλειστό περίφρ
  κουτσομπόλης επίθ
on the loose adv (unfettered)λυτός επίθ
 The neighbor's dogs are on the loose and they are chasing our chickens.
 Τα σκυλιά του γείτονα είναι λυτά και κυνηγάνε τις κότες μας.
play fast and loose with [sth] v expr slang (do [sth] recklessly)δεν παίρνω κτ στα σοβαρά έκφρ
  παίζω κτ κορόνα γράμματα έκφρ
play fast and loose with [sth] v expr slang (do [sth] deceitfully)δεν είμαι ειλικρινής για κτ έκφρ
pry [sth] loose (US),
prize [sth] loose,
also UK: prise [sth] loose
vtr + adj
(loosen [sth] by pulling) (ανάλογα το είδος της κίνησης)ξεκολλάω ρ μ
  ξεσφηνώνω, ξελασκάρω ρ μ
shake loose v expr slang, figurative (free oneself from [sth])ξετινάζω ρ μ
tie up loose ends v expr figurative (resolve a situation)τακτοποιώ τις εκκρεμότητες περίφρ
  κλείνω την υπόθεση έκφρ
turn [sb/sth] loose vtr + adj (release, set free)ελευθερώνω, αφήνω ελεύθερο ρ μ
  (καθομιλουμένη)ξαμολάω ρ μ
 The dogs were making such a noise that I turned them loose in the paddock.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'loose' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: loose the [dogs, hounds bulls], the [knot, bow] is [too, very, a little] loose, loosed them into the [wild, woods, ocean], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση loose στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «loose».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!