due

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdjuː/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/du, dju/ ,USA pronunciation: respelling(do̅o̅, dyo̅o̅)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
due adj (needs to be paid, submitted, etc.) (πρέπει να πληρωθεί)πληρωτέος επίθ
  (πρέπει να υποβληθεί)υποβλητέος επίθ
  (εργασία, πχ στο πανεπιστήμιο)παραδοτέος επίθ
Σχόλιο: Πολύ συχνά αποδίδεται με τη φράση «πρέπει να πληρωθεί/υποβληθεί/παραδοθεί» κλπ.
 This electric bill is due by the end of the month.
 Your dissertation is due by December 9.
 Ο λογαριασμός του ηλεκτρικού είναι πληρωτέος στο τέλος του μήνα.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η φορολογική δήλωση είναι υποβλητέα σε μια εβδομάδα.
 Η διδακτορική διατριβή σου είναι παραδοτέα στις 9 Δεκεμβρίου.
due adj (scheduled to happen)προγραμματισμένος μτχ πρκ
  που έχει προγραμματιστεί περίφρ
 The gas safety check is due next Monday.
 Ο έλεγχος ασφαλείας για το αέριο είναι προγραμματισμένος (or: έχει προγραμματιστεί) για την ερχόμενη Δευτέρα.
due to do [sth] adj (scheduled to undergo [sth])πρέπει να κάνω κτ περίφρ
  (καθομιλουμένη)είναι να κάνω κτ περίφρ
  (αποδέκτης της ενέργειας)θέλω ρ μ
Σχόλιο: Προσοχή στη διαφορετική σύνταξη. Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The car is due to get its oil changed.
 Το αμάξι θέλει αλλαγή λαδιών.
due to do [sth] adj + prep (expected, supposed to do [sth])πρόκειται να κάνω κτ περίφρ
 The minister is due to meet with his French counterpart this afternoon to discuss the current economic crisis.
 Ο υπουργός πρόκειται να συναντήσει τον Γάλλο ομόλογό του το απόγευμα για να συζητήσει την τρέχουσα οικονομική κρίση.
due adj (expected)αναμένομαι ρ αμ
  προβλέπεται ρ απρ
  (κάτι)είναι προγραμματισμένο ρ έκφρ
 He was due home by six o'clock that evening.
 Προβλεπόταν να επιστρέψει στο σπίτι μέχρι τις έξι η ώρα εκείνο το βράδυ.
due to [sth] prep (caused by, because of)εξαιτίας, λόγω σύνδ
 The game was delayed due to bad weather.
 Το παιχνίδι καθυστέρησε εξαιτίας του άσχημου καιρού.
due to [sth] adj + prep (owing to, because of [sth](σε κάτι)οφείλομαι ρ μ
 His success is due to his careful attention to detail.
 Η επιτυχία του οφείλεται στην προσοχή που δίνει στη λεπτομέρεια.
due [sth] adj (owed [sth])κπ μου χρωστάει κτ περίφρ
Σχόλιο: Προσοχή στη διαφορετική σύνταξη. Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Jack's due £300 rent from the lodger.
 Ο νοικάρης χρωστάει 300 δολάρια στον Τζακ.
due for [sth] adj + prep (in need of [sth])χρειάζομαι ρ μ
  είναι καιρός για κτ έκφρ
  (εμφατικός τύπος)χρειάζομαι επειγόντως ρ μ + επίρ
 I'm due for a vacation!
 Χρειάζομαι διακοπές!
 Χρειάζομαι επειγόντως διακοπές!
due adj (appropriate) (που αρμόζει, κατάλληλος)δέων επίθ
  πρέπων επίθ
Σχόλιο: Κλίνονται ως εξής: ο δεών, η δέουσα, το δέον και ο πρέπων, η πρέπουσα, το πρέπον.
 Please give due attention to the rules and guidelines.
 Παρακαλώ δώσε τη δέουσα (or: πρέπουσα) προσοχή στους κανόνες και τις οδηγίες.
due adj (expected to be born) (το μωρό)αναμένεται να γεννηθεί έκφρ
Σχόλιο: Συνήθως δεν προτιμάται αυτή η σύνταξη στον καθημερινό λόγο αλλά αύτη που έχει ως αντικείμενο τους γονείς.
 The baby is due at the end of this month.
 Το μωρό αναμένεται να γεννηθεί στο τέλος του μήνα.
due adj informal (expected to give birth)περιμένω να γεννήσω περίφρ
  (επίσημο)έχω προβλεπόμενη ημερομηνία τοκετού περίφρ
  (καθομιλουμένη)έχει ΠΗΤ περίφρ
  περιμένω ρ μ
 She is due at the end of July.
 Περιμένει να γεννήσει στα τέλη Ιουλίου.
 Έχει ΠΗΤ για τα τέλη Ιουλίου.
 Περιμένει να γεννήσει στα τέλη Ιουλίου.
due adv (exactly)ακριβώς επίρ
 The farm is due south of here.
 Το αγρόκτημα είναι ακριβώς νότια από εδώ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dues npl (subscription fee)συνδρομή ουσ θηλ
 His monthly dues to the club are more than $200.
 Η μηνιαία συνδρομή του στον όμιλο είναι πάνω από 200 δολάρια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
amount due n (sum of money owed)οφειλόμενο υπόλοιπο, οφειλόμενο ποσό, ποσό προς πληρωμή ουσ ουδ
 The amount due is $45.
credit where it's due,
to give credit where it's due
expr
(expressing reluctant praise) (καθομιλουμένη)για να λέμε και του στραβού το δίκιο εκφρ
 She wasn't the nicest boss, but credit where it's due, she did increase profits.
due balance n (amount owed)οφειλόμενο υπόλοιπο μτχ πρκ + ουσ ουδ
due date n (deadline for payment)προθεσμία πληρωμής φρ ως ουσ θηλ
 The due date for the electric bill is 25th March.
 Η προθεσμία πληρωμής του ηλεκτρικού είναι στις 25 Μαρτίου.
due date n (deadline for work)προθεσμία ουσ θηλ
 The due date for delivering the finished project is 3 November.
 The due date for your essays is 10 May.
due date n (expected date of birth)προβλεπόμενη ημερομηνία τοκετού φρ ως ουσ θηλ
  (συντομογραφία)ΠΗΤ ουσ θηλ άκλ
 Your due date is 24 weeks from today.
 Η προβλεπόμενη ημερομηνία τοκετού σου προσδιορίζεται σε 24 εβδομάδες από σήμερα.
due diligence n (type of investment audit)επισταµένη έρευνα επίθ + ουσ θηλ
 Due diligence is an audit of a planned financial investment.
due diligence n (law: reasonable steps)τα δέοντα άρθ ορ + ουσ ουδ πλ
 The caterers needed to prove due diligence in ensuring the safety of their food.
due diligence n (careful evaluation)επισταµένη έρευνα επίθ + ουσ θηλ
due for adj + prep (deserving or expecting) (μόνο για αξία, ικανότητα)αξίζω ρ μ
  (για κάτι που θα αλλάξει στο μέλλον)πρόκειται ρ απρ
  (καθομιλουμένη)περιμένω ρ αμ
 Jim really is due for a raise soon.
due for payment expr (to be paid now)που πρέπει να πληρωθεί περίφρ
  πληρωτέος επίθ
  προς πληρωμή έκφρ
 Your insurance premium for this month is now due for payment.
 Η ασφάλειά σου για αυτόν τον μήνα πρέπει να πληρωθεί άμεσα.
due north adv (towards the north)προς το βορρά έκφρ
 Get on the highway and head due north.
 Βγες στον αυτοκινητόδρομο και κατευθύνσου προς το βορρά.
due north n (compass point: north)βόρεια επίρ
 A compass needle doesn't point to due north: it points to magnetic north.
due out adj (scheduled for release)αναμένεται να κυκλοφορήσει περίφρ
 The new edition of the magazine is due out next week.
due process,
due process of law
n
(legal proceedings)νόμιμη οδός επίθ + ουσ θηλ
  νόμιμη διαδικασία επίθ + ουσ θηλ
  νομική οδός επίθ + ουσ θηλ
  νομική διαδικασία επίθ + ουσ θηλ
 If arrested, you have the right to due process.
due process n (standard procedure)συνήθης διαδικασία ουσ θηλ
fall due v expr (payment, etc.: become due) (χρηματικό ποσό)είναι πληρωτέο έκφρ
  καθίσταται ληξιπρόθεσμο έκφρ
get your due v expr (get [sth] you are entitled to)παίρνω αυτό που μου αξίζει περίφρ
  (μόνο για καλό)παίρνω αυτό που δικαιούμαι περίφρ
 Fiona finally got her due when they raised her salary.
get your due v expr slang (be punished)παίρνω αυτό που μου αξίζει περίφρ
  τιμωρούμαι ρ αμ
 Simon got his due after the mafia finally found him.
in due course adv (in normal run of events)όταν έρθει η ώρα φρ ως επίρ
 You'll receive your promotion in due course: first you have to prove yourself.
 Θα πάρεις προαγωγή όταν έρθει η ώρα, πρώτα πρέπει ν' αποδείξεις την αξία σου.
in due course adv (after expected time)εν ευθέτω χρόνω φρ ως επίρ
 The effects of the drug will wear off in due course.
 Η επίδραση του φαρμάκου θα μειωθεί εν ευθέτω χρόνο.
in due form adv (correctly, properly)ορθά,σωστά επίρ
in due time adv (eventually)όταν έρθει ο καιρός, όταν είναι η κατάλληλη στιγμή, με τον καιρό περίφρ
 In due time, we will put all this behind us.
past due,
past-due
adj
(payment: overdue, late)ληξιπρόθεσμος επίθ
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
 Services will be reconnected when the past-due payment has been paid.
past-due account n (unpaid debt) (οικονομικά)ληξιπρόθεσμο χρέος επίθ + ουσ ουδ
  ληξιπρόθεσμη οφειλή επίθ + ουσ θηλ
 The past-due account will be reported to all national credit bureaus.
past-due bill n (notice of late payment)ληξιπρόθεσμος λογαριασμός επίθ + ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)ληγμένος λογαριασμός επίθ + ουσ αρσ
 There was a mountain of past-due bills on the desk.
sum due n (amount owed)οφειλόμενο ποσό μτχ ενεστ + ουσ ουδ
  σύνολο ουσ ουδ
with all due respect adv (despite my regard for you)με όλον τον σεβασμό έκφρ
 With all due respect, I couldn't disagree more.
with all due respect to [sth/sb] expr (used before disagreeing)με όλο τον σεβασμό σε κπ/κτ έκφρ
with due respect adv (with deserved esteem)με όλον τον σεβασμό έκφρ
 With due respect I have a different opinion.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'due' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: pay your [club, membership] dues, when is [the, your] due date?, are behind on your (club) dues, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση due στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «due».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!