| Κύριες μεταφράσεις |
| due adj | (needs to be paid, submitted, etc.) (πρέπει να πληρωθεί) | πληρωτέος επίθ |
| | (πρέπει να υποβληθεί) | υποβλητέος επίθ |
| | (εργασία, πχ στο πανεπιστήμιο) | παραδοτέος επίθ |
| Σχόλιο: Πολύ συχνά αποδίδεται με τη φράση «πρέπει να πληρωθεί/υποβληθεί/παραδοθεί» κλπ. |
| | This electric bill is due by the end of the month. |
| | Your dissertation is due by December 9. |
| | Ο λογαριασμός του ηλεκτρικού είναι πληρωτέος στο τέλος του μήνα. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η φορολογική δήλωση είναι υποβλητέα σε μια εβδομάδα. |
| | Η διδακτορική διατριβή σου είναι παραδοτέα στις 9 Δεκεμβρίου. |
| due adj | (scheduled to happen) | προγραμματισμένος μτχ πρκ |
| | | που έχει προγραμματιστεί περίφρ |
| | The gas safety check is due next Monday. |
| | Ο έλεγχος ασφαλείας για το αέριο είναι προγραμματισμένος (or: έχει προγραμματιστεί) για την ερχόμενη Δευτέρα. |
| due to do [sth] adj | (scheduled to undergo [sth]) | πρέπει να κάνω κτ περίφρ |
| | (καθομιλουμένη) | είναι να κάνω κτ περίφρ |
| | (αποδέκτης της ενέργειας) | θέλω ρ μ |
| Σχόλιο: Προσοχή στη διαφορετική σύνταξη. Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. |
| | The car is due to get its oil changed. |
| | Το αμάξι θέλει αλλαγή λαδιών. |
| due to do [sth] adj + prep | (expected, supposed to do [sth]) | πρόκειται να κάνω κτ περίφρ |
| | The minister is due to meet with his French counterpart this afternoon to discuss the current economic crisis. |
| | Ο υπουργός πρόκειται να συναντήσει τον Γάλλο ομόλογό του το απόγευμα για να συζητήσει την τρέχουσα οικονομική κρίση. |
| due adj | (expected) | αναμένομαι ρ αμ |
| | | προβλέπεται ρ απρ |
| | (κάτι) | είναι προγραμματισμένο ρ έκφρ |
| | He was due home by six o'clock that evening. |
| | Προβλεπόταν να επιστρέψει στο σπίτι μέχρι τις έξι η ώρα εκείνο το βράδυ. |
| due to [sth] prep | (caused by, because of) | εξαιτίας, λόγω σύνδ |
| | The game was delayed due to bad weather. |
| | Το παιχνίδι καθυστέρησε εξαιτίας του άσχημου καιρού. |
| due to [sth] adj + prep | (owing to, because of [sth]) (σε κάτι) | οφείλομαι ρ μ |
| | His success is due to his careful attention to detail. |
| | Η επιτυχία του οφείλεται στην προσοχή που δίνει στη λεπτομέρεια. |
| due [sth] adj | (owed [sth]) | κπ μου χρωστάει κτ περίφρ |
| Σχόλιο: Προσοχή στη διαφορετική σύνταξη. Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. |
| | Jack's due £300 rent from the lodger. |
| | Ο νοικάρης χρωστάει 300 δολάρια στον Τζακ. |
| due for [sth] adj + prep | (in need of [sth]) | χρειάζομαι ρ μ |
| | | είναι καιρός για κτ έκφρ |
| | (εμφατικός τύπος) | χρειάζομαι επειγόντως ρ μ + επίρ |
| | I'm due for a vacation! |
| | Χρειάζομαι διακοπές! |
| | Χρειάζομαι επειγόντως διακοπές! |
| due adj | (appropriate) (που αρμόζει, κατάλληλος) | δέων επίθ |
| | | πρέπων επίθ |
| Σχόλιο: Κλίνονται ως εξής: ο δεών, η δέουσα, το δέον και ο πρέπων, η πρέπουσα, το πρέπον. |
| | Please give due attention to the rules and guidelines. |
| | Παρακαλώ δώσε τη δέουσα (or: πρέπουσα) προσοχή στους κανόνες και τις οδηγίες. |
| due adj | (expected to be born) (το μωρό) | αναμένεται να γεννηθεί έκφρ |
| Σχόλιο: Συνήθως δεν προτιμάται αυτή η σύνταξη στον καθημερινό λόγο αλλά αύτη που έχει ως αντικείμενο τους γονείς. |
| | The baby is due at the end of this month. |
| | Το μωρό αναμένεται να γεννηθεί στο τέλος του μήνα. |
| due adj | informal (expected to give birth) | περιμένω να γεννήσω περίφρ |
| | (επίσημο) | έχω προβλεπόμενη ημερομηνία τοκετού περίφρ |
| | (καθομιλουμένη) | έχει ΠΗΤ περίφρ |
| | | περιμένω ρ μ |
| | She is due at the end of July. |
| | Περιμένει να γεννήσει στα τέλη Ιουλίου. |
| | Έχει ΠΗΤ για τα τέλη Ιουλίου. |
| | Περιμένει να γεννήσει στα τέλη Ιουλίου. |
| due adv | (exactly) | ακριβώς επίρ |
| | The farm is due south of here. |
| | Το αγρόκτημα είναι ακριβώς νότια από εδώ. |
Σύνθετοι τύποι:
|
| amount due n | (sum of money owed) | οφειλόμενο υπόλοιπο, οφειλόμενο ποσό, ποσό προς πληρωμή ουσ ουδ |
| | The amount due is $45. |
credit where it's due, to give credit where it's due expr | (expressing reluctant praise) (καθομιλουμένη) | για να λέμε και του στραβού το δίκιο εκφρ |
| | She wasn't the nicest boss, but credit where it's due, she did increase profits. |
| due balance n | (amount owed) | οφειλόμενο υπόλοιπο μτχ πρκ + ουσ ουδ |
| due date n | (deadline for payment) | προθεσμία πληρωμής φρ ως ουσ θηλ |
| | The due date for the electric bill is 25th March. |
| | Η προθεσμία πληρωμής του ηλεκτρικού είναι στις 25 Μαρτίου. |
| due date n | (deadline for work) | προθεσμία ουσ θηλ |
| | The due date for delivering the finished project is 3 November. |
| | The due date for your essays is 10 May. |
| due date n | (expected date of birth) | προβλεπόμενη ημερομηνία τοκετού φρ ως ουσ θηλ |
| | (συντομογραφία) | ΠΗΤ ουσ θηλ άκλ |
| | Your due date is 24 weeks from today. |
| | Η προβλεπόμενη ημερομηνία τοκετού σου προσδιορίζεται σε 24 εβδομάδες από σήμερα. |
| due diligence n | (type of investment audit) | επισταµένη έρευνα επίθ + ουσ θηλ |
| | Due diligence is an audit of a planned financial investment. |
| due diligence n | (law: reasonable steps) | τα δέοντα άρθ ορ + ουσ ουδ πλ |
| | The caterers needed to prove due diligence in ensuring the safety of their food. |
| due diligence n | (careful evaluation) | επισταµένη έρευνα επίθ + ουσ θηλ |
| due for adj + prep | (deserving or expecting) (μόνο για αξία, ικανότητα) | αξίζω ρ μ |
| | (για κάτι που θα αλλάξει στο μέλλον) | πρόκειται ρ απρ |
| | (καθομιλουμένη) | περιμένω ρ αμ |
| | Jim really is due for a raise soon. |
| due for payment expr | (to be paid now) | που πρέπει να πληρωθεί περίφρ |
| | | πληρωτέος επίθ |
| | | προς πληρωμή έκφρ |
| | Your insurance premium for this month is now due for payment. |
| | Η ασφάλειά σου για αυτόν τον μήνα πρέπει να πληρωθεί άμεσα. |
| due north adv | (towards the north) | προς το βορρά έκφρ |
| | Get on the highway and head due north. |
| | Βγες στον αυτοκινητόδρομο και κατευθύνσου προς το βορρά. |
| due north n | (compass point: north) | βόρεια επίρ |
| | A compass needle doesn't point to due north: it points to magnetic north. |
| due out adj | (scheduled for release) | αναμένεται να κυκλοφορήσει περίφρ |
| | The new edition of the magazine is due out next week. |
due process, due process of law n | (legal proceedings) | νόμιμη οδός επίθ + ουσ θηλ |
| | | νόμιμη διαδικασία επίθ + ουσ θηλ |
| | | νομική οδός επίθ + ουσ θηλ |
| | | νομική διαδικασία επίθ + ουσ θηλ |
| | If arrested, you have the right to due process. |
| due process n | (standard procedure) | συνήθης διαδικασία ουσ θηλ |
| fall due v expr | (payment, etc.: become due) (χρηματικό ποσό) | είναι πληρωτέο έκφρ |
| | | καθίσταται ληξιπρόθεσμο έκφρ |
| get your due v expr | (get [sth] you are entitled to) | παίρνω αυτό που μου αξίζει περίφρ |
| | (μόνο για καλό) | παίρνω αυτό που δικαιούμαι περίφρ |
| | Fiona finally got her due when they raised her salary. |
| get your due v expr | slang (be punished) | παίρνω αυτό που μου αξίζει περίφρ |
| | | τιμωρούμαι ρ αμ |
| | Simon got his due after the mafia finally found him. |
| in due course adv | (in normal run of events) | όταν έρθει η ώρα φρ ως επίρ |
| | You'll receive your promotion in due course: first you have to prove yourself. |
| | Θα πάρεις προαγωγή όταν έρθει η ώρα, πρώτα πρέπει ν' αποδείξεις την αξία σου. |
| in due course adv | (after expected time) | εν ευθέτω χρόνω φρ ως επίρ |
| | The effects of the drug will wear off in due course. |
| | Η επίδραση του φαρμάκου θα μειωθεί εν ευθέτω χρόνο. |
| in due form adv | (correctly, properly) | ορθά,σωστά επίρ |
| in due time adv | (eventually) | όταν έρθει ο καιρός, όταν είναι η κατάλληλη στιγμή, με τον καιρό περίφρ |
| | In due time, we will put all this behind us. |
past due, past-due adj | (payment: overdue, late) | ληξιπρόθεσμος επίθ |
| Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun |
| | Services will be reconnected when the past-due payment has been paid. |
| past-due account n | (unpaid debt) (οικονομικά) | ληξιπρόθεσμο χρέος επίθ + ουσ ουδ |
| | | ληξιπρόθεσμη οφειλή επίθ + ουσ θηλ |
| | The past-due account will be reported to all national credit bureaus. |
| past-due bill n | (notice of late payment) | ληξιπρόθεσμος λογαριασμός επίθ + ουσ αρσ |
| | (καθομιλουμένη) | ληγμένος λογαριασμός επίθ + ουσ αρσ |
| | There was a mountain of past-due bills on the desk. |
| sum due n | (amount owed) | οφειλόμενο ποσό μτχ ενεστ + ουσ ουδ |
| | | σύνολο ουσ ουδ |
| with all due respect adv | (despite my regard for you) | με όλον τον σεβασμό έκφρ |
| | With all due respect, I couldn't disagree more. |
| with all due respect to [sth/sb] expr | (used before disagreeing) | με όλο τον σεβασμό σε κπ/κτ έκφρ |
| with due respect adv | (with deserved esteem) | με όλον τον σεβασμό έκφρ |
| | With due respect I have a different opinion. |