duffel

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdʌfəl/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(dufəl)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
duffel,
duffle
n
(thick wool fabric)μάλλινο ύφασμα επίθ + ουσ ουδ
Σχόλιο: καμηλό: ξενικό, άκλιτο
 Jack wore a coat made of gray duffel.
duffel,
duffle
n as adj
(coat, bag: made of duffel) (παλτό, τσάντα)καμηλό ουσ ως επίθ
Σχόλιο: καμηλό: ξενικό, άκλιτο. Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Duffel coats are popular with young women this season.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
duffel bag,
duffle bag
n
(drawstring tote bag)πουγγί ουσ ουδ
 Duffel bags are sailors' suitcases.
duffel bag,
duffle bag
n
(bag made of coarse cotton)κανάβινη τσάντα ουσ θηλ
 Jim carries his things to the gym in a duffel bag.
duffel coat,
duffle coat
n
(heavy overcoat) (παλτό)μοντγκόμερι ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'duffel' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση duffel στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «duffel».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!