• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: sharing, share

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sharing n (dividing [sth] up between people)μοιρασιά ουσ θηλ
  διανομή ουσ θηλ
  (επίσημο)καταμερισμός ουσ αρσ
 The enormous bag of chips was intended for sharing, but Joe ate them all by himself!
sharing n (using [sth] together)κοινή χρήση επίθ + ουσ θηλ
  μοίρασμα ουσ ουδ
  το να μοιράζομαι περίφρ
 The school discouraged the sharing of books and other materials by students during the pandemic.
sharing n (allowing others a turn to enjoy [sth]) (μεταφορικά)μοιράζομαι ρ μ
  το να μοιράζομαι περίφρ
Σχόλιο: το να μοιράζομαι: Χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό.
 Kim told her sons that sharing was important; they should not fight over their toys.
sharing n informal (communicating thoughts and feelings) (μτφ: σκέψεις, συναισθήματα)μοιράζομαι ρ μ
  (μεταφορικά)ανοίγομαι ρ αμ
  το να μοιράζομαι περίφρ
  το να ανοίγομαι περίφρ
Σχόλιο: το να μοιράζομαι, το να ανοίγομαι: Χρησιμοποιούνται ως ουσιαστικά.
 Sharing is the first step to healing from tragedy.
 Το να ανοιχτείς είναι το πρώτο βήμα για να ξεπεράσεις μια τραγωδία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
share [sth]⇒ vtr (use together)μοιράζομαι ρ μ
  (μόνο σπίτι, διαμέρισμα)συγκατοικώ ρ αμ
 Amy and Ron share an apartment.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μοιράζομαι το δωμάτιό μου με την αδερφή μου.
 Η Έιμι και ο Ρον συγκατοικούν σε ένα διαμέρισμα.
share [sth] with [sb/sth] vtr + prep (use [sth] together)μοιράζομαι κτ με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 Kathy shares the house with her sister.
share [sth] vtr (allow others to use)μοιράζομαι ρ μ
 The children in the class had to share the textbooks.
share [sth] with [sb/sth] vtr + prep (allow [sb] to use [sth])μοιράζομαι κτ με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 Gary shared the toy with his brother.
share⇒ vi (be cooperative)μοιράζομαι ρ αμ
 Small children must learn how to share.
 Τα μικρά παιδιά πρέπει να μαθαίνουν να μοιράζονται.
share n (part, percentage)μερίδιο, μέρος ουσ ουδ
  (παλαιό, καθομιλουμένη)μερτικό ουσ ουδ
 Each of us gets a share of the profits.
 O κάθε ένας από εμάς θα πάρει ένα μερίδιο (or: μέρος) από τα κέρδη.
share,
shares
n
usu. plural (finance: equity)μετοχή ουσ θηλ
 Every employee has shares in the company.
 Όλοι οι υπάλληλοι έχουν μετοχές της εταιρείας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
share [sth]⇒ vtr esp UK (tell)λέω ρ μ
  (επίσημο)κοινοποιώ ρ μ
 You have some news about her? Oh, do share it!
 Έμαθες κάτι για κείνη; Έλα, πες το μου!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
sharing | share
ΑγγλικάΕλληνικά
cost sharing,
cost-sharing
n
(fee split between two parties)διαμοιρασμός κόστους, επιμερισμός κόστους φρ ως ουσ αρσ
 Health insurance plans have various cost-sharing structures.
job sharing,
job-sharing
n
(dividing a job position)επιμερισμός θέσης εργασίας φρ ως ουσ αρσ
profit sharing n (employees share profits)συμμετοχή στα κέρδη περίφρ
  (οικονομικός όρος)προγράμματα μερισμού των κερδών φρ ως ουσ ουδ πλ
 The company offers its employees profit sharing in addition to a paid pension and paid insurance.
profit-sharing adj (plan, scheme)σχετικά με την κατανομή κερδών, σχετικά με τη συμμετοχή στα κέρδη περίφρ
ridesharing,
ride-sharing,
rideshare,
ride-share
n
US (traveling together in one vehicle)ridesharing ουσ ουδ άκλ
  (επίσημο, περιγραφικό)κοινή χρήση οχήματος φρ ως ουσ θηλ
ridesharing,
ride-sharing,
rideshare,
ride-share
n as adj
US (relating to ridesharing)του ridesharing περίφρ
  (επίσημο, περιγραφικό)της κοινής χρήσης οχήματος περίφρ
sharing with others n (allowing other people a turn to enjoy [sth])το να μοιράζομαι φρ ως ουσ ουδ
time-sharing n (joint ownership of property)χρονομερίδιο ουσ ουδ
 Time-sharing was a very popular investment proposition in the 1980s.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sharing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the sharing of [information, data, knowledge, ideas, resources]], a sharing community, [car, house, apartment, dorm, task, file] sharing, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sharing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «sharing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!