shared

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ʃɛəd/

From the verb share: (⇒ conjugate)
shared is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: shared, share

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shared adj (used by more than one) (χρήση από πολλούς)κοινόχρηστος επίθ
  (ανήκει σε πολλούς)κοινός επίθ
 The car is Glenn and Dan's shared property.
 Each tenant has their own bedroom and use of a shared kitchen, bathroom, and living room.
 Κάθε ένοικος έχει το δικό του δωμάτιο και χρησιμοποιεί την κοινόχρηστη κουζίνα και το κοινόχρηστο μπάνιο και καθιστικό.
 Το αυτοκίνητο είναι κοινό περιουσιακό στοιχείο της Γκλεν και του Νταν.
shared adj (in common)κοινός επίθ
 Linda and Emily became friends through their shared love of salsa dancing.
 Η Λίντα και η Έμιλυ έγιναν φίλες χάρη στην κοινή τους αγάπη για τη σάλσα.
shared adj (experienced together)κοινός επίθ
  που μοιράστηκε με κπ περίφρ
 Peter and Dorothy had been married for fifty years and their shared life had been a happy one.
 Ο Πήτερ και η Ντόροθυ ήταν παντρεμένοι για πενήντα χρόνια και η κοινή τους ζωή ήταν ευτυχισμένη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
share [sth]⇒ vtr (use together)μοιράζομαι ρ μ
  (μόνο σπίτι, διαμέρισμα)συγκατοικώ ρ αμ
 Amy and Ron share an apartment.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μοιράζομαι το δωμάτιό μου με την αδερφή μου.
 Η Έιμι και ο Ρον συγκατοικούν σε ένα διαμέρισμα.
share [sth] with [sb/sth] vtr + prep (use [sth] together)μοιράζομαι κτ με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 Kathy shares the house with her sister.
share [sth] vtr (allow others to use)μοιράζομαι ρ μ
 The children in the class had to share the textbooks.
share [sth] with [sb/sth] vtr + prep (allow [sb] to use [sth])μοιράζομαι κτ με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 Gary shared the toy with his brother.
share⇒ vi (be cooperative)μοιράζομαι ρ αμ
 Small children must learn how to share.
 Τα μικρά παιδιά πρέπει να μαθαίνουν να μοιράζονται.
share n (part, percentage)μερίδιο, μέρος ουσ ουδ
  (παλαιό, καθομιλουμένη)μερτικό ουσ ουδ
 Each of us gets a share of the profits.
 O κάθε ένας από εμάς θα πάρει ένα μερίδιο (or: μέρος) από τα κέρδη.
share,
shares
n
usu. plural (finance: equity)μετοχή ουσ θηλ
 Every employee has shares in the company.
 Όλοι οι υπάλληλοι έχουν μετοχές της εταιρείας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
share [sth]⇒ vtr esp UK (tell)λέω ρ μ
  (επίσημο)κοινοποιώ ρ μ
 You have some news about her? Oh, do share it!
 Έμαθες κάτι για κείνη; Έλα, πες το μου!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
shared | share
ΑγγλικάΕλληνικά
shared appreciation mortgage n (type of home loan)είδος δανείου
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
shared bath n (bath shared between rooms or flats)κοινό μπάνιο, κοινόχρηστο μπάνιο επίθ + ουσ ουδ
shared ownership n UK (home buying: part-purchase, part-rent)συνιδιοκτησία ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'shared' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a shared [house, apartment, bathroom, kitchen], a [house, place, dorm] with a shared bathroom, shared and [communal, independent, family] apartments, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση shared στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «shared».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!