cry

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkraɪ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/kraɪ/ ,USA pronunciation: respelling(krī)

Inflections of 'cry' (n): npl: cries
Inflections of 'cry' (v): (⇒ conjugate)
cries
v 3rd person singular
crying
v pres p
cried
v past
cried
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cry vi (weep)κλαίω ρ αμ
 She cried when her father died.
 Έκλαψε όταν πέθανε ο πατέρας της.
cry about [sth/sb] vi + prep (shed tears for)κλαίω για κτ/κπ ρ αμ + προθ
 The little boy was crying about being punished. What on earth are you crying about?
 Το μικρό αγόρι έκλαιγε γιατί το τιμώρησαν. Γιατί στο καλό κλαις;
cry about [sth/sb],
cry over [sth/sb]
vi + prep
figurative (mourn, lament) (μεταφορικά)κλαίω ρ αμ
  χύνω δάκρυα περίφρ
 There is no point in crying about a situation you cannot change.
 Δεν υπάρχει λόγος να κλαις για μια κατάσταση που δεν μπορείς να αλλάξεις.
cry vi (shout words)αναφωνώ ρ αμ
 "I'm exhausted!" she cried, collapsing onto the sofa.
 «Είμαι εξαντλημένη!» αναφώνησε, ενώ σωριάζονταν στον καναπέ.
cry vi (scream, wail)ουρλιάζω ρ αμ
 The prisoner cried in agony as he was tortured.
 Ο κρατούμενος ούρλιαζε απεγνωσμένα ενώ τον βασάνιζαν.
cry n (shout) (για κάτι)φωνή, κραυγή ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)ξεφωνητό ουσ ουδ
 You could hear the children's cries as they played.
 Ακούγονταν φωνές των παιδιών που έπαιζαν.
cry n often plural (appeal, call) (για κάτι)κραυγή, φωνή ουσ θηλ
  ξεφωνητό ουσ ουδ
  (ζητάω βοήθεια)κραυγή βοήθειας φρ ως ουσ θηλ
 You could hear the victim's cries from the next street as the attacker hit her.
 Ακούγονταν οι κραυγές του θύματος από τον διπλανό δρόμο καθώς της επιτέθηκε ο δράστης.
cry n (animal sound)ουρλιαχτό ουσ ουδ
 The cry of the loon is a frightening sound.
cry n (demand) (αίτημα, απαίτηση)φωνές ουσ θηλ πλ
 The cries of the voters for tax relief will influence the politicians.
 Οι φωνές των ψηφοφόρων για φοροαπαλλαγές θα ασκήσουν επιρροή στους πολιτικούς.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cry n informal (weeping)κλάμα ουσ ουδ
 I had a good cry at the end of that movie.
cry vi (animal: make sound)ουρλιάζω ρ αμ
  (σκύλος, λύκος κλπ)γρυλίζω ρ αμ
 When disturbed, the animal will cry mournfully to frighten the predators.
cry [sth] vtr (weep: tears) (δάκρυα)χύνω ρ μ
 The tears that she cried flowed down her face.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
cry [sb/sth] down,
cry down [sb/sth]
vtr phrasal sep
dated (disparage)δυσφημίζω ρ μ
  κακολογώ ρ μ
cry off vi phrasal informal (cancel, withdraw)ακυρώνω ρ αμ
  (υπόσχεση, συμφωνία)αθετώ ρ μ
  κάνω πίσω ρ αμ + επίρ
 He cried off at the last minute.
cry off [sth] vtr phrasal insep informal (cancel)ακυρώνω ρ μ
cry out vi phrasal (shout, yell)φωνάζω, κραυγάζω ρ αμ
 Laura cried out in pain when she twisted her ankle.
 Η Λόρα κραύγαζε από τον πόνο, όταν στραμπούλισε τον αστράγαλό της.
cry [sth] out,
cry out [sth]
vtr phrasal insep
(shout, yell)φωνάζω ρ μ
 The captain cried out the order for the soldiers to begin firing at the enemy.
 Ο λοχαγός φώναξε εντολές στους στρατιώτες για να ξεκινήσουν να ρίχνουν στον εχθρό.
cry out for [sb/sth] vtr phrasal insep (call aloud)φωνάζω ρ μ
 When the child was scared she would cry out for her mother.
cry out for [sth],
call out for [sth]
vtr phrasal insep
figurative (need)χρειάζομαι απελπισμένα κτ έκφρ
  έχω απόλυτη ανάγκη από κτ έκφρ
 The house was in poor condition and crying out for repair.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
be a far cry from [sth] expr informal (very different from)που είναι πολύ διαφορετικός από κτ περίφρ
  (λόγιο)που απέχει παρασάγγας από κτ, που απέχει παρασάγγες από κτ, που πόρρω απέχει από κτ έκφρ
  (καθομιλουμένη)που δεν έχει καμία σχέση με κτ περίφρ
 Life in Canada is a far cry from what she's used to in Haiti.
 Η ζωή στον Καναδά είναι πολύ διαφορετική από αυτή που είχε συνηθίσει στην Αϊτή.
 Η ζωή στον Καναδά απέχει παρασάγγας από αυτή που είχε συνηθίσει στην Αϊτή.
 Η ζωή στον Καναδά δεν έχει καμία σχέση με αυτή που είχε συνηθίσει στην Αϊτή.
battle cry n (soldiers' rallying call)πολεμική ιαχή, πολεμική κραυγή επίθ + ουσ θηλ
 The general rallied his men to the battle cry, "Remember the Alamo!"
battle cry n figurative (rallying slogan)σύνθημα ουσ ουδ
  σλόγκαν ουσ ουδ άκλ
 The senator is raising the battle cry for state tax reform.
break down and cry v expr (burst into tears)ξεσπάω σε κλάμματα ρ αμ
 Helen broke down and cried when she heard the sad news.
cry aloud vi + adv literary (call out, shout)φωνάζω ρ μ
  βγάζω μια φωνή έκφρ
 Rita cried aloud in surprise.
cry for [sb/sth] vi + prep (shed tears for)κλαίω για κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 Please don't cry for me.
cry for [sth/sb] vi + prep (call aloud for)φωνάζω ρ μ
 The little boy cried for his mum when she left the room.
 She cried for help.
 Το αγοράκι φώναζε τη μητέρα του, όταν εκείνη βγήκε από το δωμάτιο. // Φώναξε για βοήθεια.
cry for help n often plural (call for assistance)κραυγή βοηθείας φρ ως ουσ θηλ
  έκκληση για βοήθεια φρ ως ουσ θηλ
cry for help n figurative (attention-seeking act)έκκληση για βοήθεια φρ ως ουσ θηλ
  (μεταφορικά)κραυγή βοηθείας φρ ως ουσ θηλ
cry foul v expr (protest a wrong)υποστηρίζω ότι κτ είναι άδικο έκφρ
  υποστηρίζω ότι κτ είναι άδικο έκφρ
  επισημαίνω ότι κτ δεν είναι σωστό έκφρ
  διαμαρτύρομαι για κτ έκφρ
it's no use crying over spilled milk (US),
it's no use crying over spilt milk (UK)
expr
figurative (Regret is pointless) (μεταφορικά)δεν έχει νόημα να κλαις πάνω από το χυμένο γάλα έκφρ
 I know you're sad that you missed the concert, but it's no use crying over spilt milk.
cry wolf vtr + n figurative (lie)λέω ψέματα ρ μ + ουσ ουδ πλ
  (επίσημο)ψεύδομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κάνω σαν τον ψεύτη βοσκό έκφρ
 If you cry wolf too often, people will stop paying you any attention.
cry wolf vtr + n figurative (false alarm)κινδυνολογώ ρ αμ
  (υπερβάλλω)κάνω την τρίχα τριχιά έκφρ
cry wolf on [sth] vtr + n figurative (false alarm)κινδυνολογώ για κτ ρ αμ + πρόθ
  υπερβάλλω για κτ ρ αμ + πρόθ
 Some people believe the experts are crying wolf on climate change.
cry your heart out v expr figurative (weep bitterly)κλαίω γοερά ρ αμ + επίρ
  κλαίω με λυγμούς περίφρ
  (μεταφορικά)χύνω ποτάμια δάκρυα έκφρ
  (καθομιλουμένη)σπαράζω στο κλάμα έκφρ
 I cried my heart out when my best friend moved away.
crybaby,
cry-baby
n
informal ([sb] who weeps easily)κλαψιάρης επίθ
 Jackie can't go one day without sobbing; she's such a crybaby!
crybaby,
cry-baby
vi
US, informal (weep easily, feel self-pity) (καθομιλουμένη)είμαι κλαψιάρης έκφρ
  κλαψουρίζω ρ αμ
 Stop crybabying and tidy your room.
hue and cry n (public clamor or protest)σάλος ουσ αρσ
  διαμαρτυρία ουσ θηλ
  έντονες αντιδράσεις επίθ + ουσ θηλ πλ
rallying cry n (words that inspire coming together)σύνθημα συσπείρωσης φρ ως ουσ ουδ
  σύνθημα συστράτευσης φρ ως ουσ ουδ
  σύνθημα ουσ ουδ
ready to cry adj (close to tears)έτοιμος να βάλει τα κλάματα περίφρ
  έτοιμος να ξεσπάσει σε κλάματα περίφρ
  (καθομιλουμένη)έτοιμος να μπήξει τα κλάματα περίφρ
 John seemed about ready to cry after Linda called him ugly.
 Her lower lip would always tremble whenever she was ready to cry.
 Ο Τζον ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα όταν η Λίντα τον αποκάλεσε άσχημο.
a shoulder to cry on n figurative (sympathetic person)παρηγορητής, παρηγορήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  κπ που μου στέκεται περίφρ
war cry n (to rally soldiers)πολεμική ιαχή επίθ + ουσ θηλ
 Hungarian warriors used to shout the war cry "Huj, Huj, Hajrá!".
war cry n figurative (slogan used to rally support) (μεταφορικά)πολεμική ιαχή ουσ θηλ
 'No new taxes' became their war cry prior to the election.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cry' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: cry for her [loss, death], a [loud, bloodcurdling, screeching] cry, crying [uncontrollably, inconsolably], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cry στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cry».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!