ole



  • WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: ole, ol'
Ο όρος 'ole' παραπέμπει στον όρο 'ol''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'ole' is cross-referenced with 'ol''. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ole,
olé
interj
Spanish (cry of approval, bravo) (επιδοκιμασία)ολέ επιφ
 When the player scored a goal, the crowd shouted: "ole!"
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ol',
ole
adj
informal (old) (πολυκαιρισμένος ή πρώην)παλιός επίθ
  (ηλικιωμένος)γέρος επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
good ol' times npl informal (the past)παλιός, καλός καιρός έκφρ
 I miss the good ol' times when I was young.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ole στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ole».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!