bold

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbəʊld/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/boʊld/ ,USA pronunciation: respelling(bōld)

Inflections of 'bold' (adj):
bolder
adj comparative
boldest
adj superlative
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bold adj (courageous, daring)τολμηρός, θαρραλέος, γενναίος επίθ
 That was bold of you to go into the burning house to save the cat.
 Ήταν τολμηρό εκ μέρους σου να μπεις στο σπίτι που καιγόταν για να σώσεις τη γάτα.
bold adj (audacious, impudent)θρασύς επίθ
 The bold child loudly contradicted the teacher.
 Το θρασύ παιδί διαφώνησε έντονα με τον δάσκαλο.
bold adj (typography: thick) (τυπογραφία: χοντρός)έντονος επίθ
 The bold type called attention to the words.
 Η έντονη γραφή τραβούσε την προσοχή στις λέξεις.
bold adj (color: strong)έντονος, φωτεινός επίθ
  (καθομιλουμένη)χτυπητός επίθ
 The bold colours really show up well against a pale background.
 Τα έντονα (or: φωτεινά) χρώματα αναδεικνύονται πολύ σε ανοιχτόχρωμο φόντο.
bold n (typography: bold font) (τυπογραφία: χοντρός)έντονη γραφή επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)bold επίθ άκλ
 He put the important words in bold.
 Έβαλε τις σημαντικές λέξεις σε έντονη γραφή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bold adj (imaginative)τολμηρός επίθ
  καινοτόμος, εφευρετικός επίθ
 The poet used bold imagery. The poet wrote with bold imagery.
bold [sth] vtr (put in bold type) (τυπογραφία)γράφω σε έντονη γραφή περίφρ
  (καθομιλουμένη)κάνω bold περίφρ
 He bolded the important words for emphasis.
 Έγραψε τις σημαντικές λέξεις σε έντονη γραφή για έμφαση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bold as brass,
as bold as brass
adj
informal (daring, very confident)αγέρωχα επίρ
bold guess n (leap of faith)τολμηρή εικασία επίθ + ουσ θηλ
bold-faced,
boldfaced
adj
(brazen, audacious)θρασύς, αναίσχυντος επίθ
  (ψέμα)εξόφθλαμος επίθ
bold-faced adj (in bold font)έντονος επίθ
  σε bold περίφρ
so bold as to adj (daring enough to do [sth])που έχει το θάρρος να περίφρ
  που είναι αρκετά θαρραλέος να περίφρ
  (αρνητική έννοια)που έχει το θράσος να περίφρ
 Anna was so bold as to question her manager's decision to his face.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bold' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: bold the [font, text, paragraph], [typed, wrote, printed] in bold, bold [text, type, letters, characters], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bold στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bold».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!