• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: supported, support

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
supported,
-supported
adj
(thing: held up, reinforced)που στηρίζεται περίφρ
  με στήριξη περίφρ
Σχόλιο: Often used in combination
 Buttresses ensure a well-supported wall.
supported,
-supported
adj
(having backing, endorsement)υποστηριζόμενος μτχ ενεστ
  που υποστηρίζεται περίφρ
Σχόλιο: Often used in combination
 The director has released a trailer for his new fan-supported movie.
supported adj (computing: compatible)συμβατός επίθ
  που υποστηρίζεται περίφρ
 In the latest version of this software, TIFF is no longer a supported image format.
supported adj (living, employment: assisted)υποστηριζόμενης διαβίωσης φρ ως επίθ
 Colin has a learning disability and lives in supported accommodation.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
support [sth] vtr (weight: hold up)στηρίζω, υποστηρίζω, υποβαστάζω ρ μ
  (επίσημο: τεχνικός όρος)φέρω, αναλαμβάνω ρ μ
 The pole supports the roof of the building.
 Η κολόνα στηρίζει την οροφή του κτιρίου.
support [sb/sth] vtr (aid, back)στηρίζω, ενισχύω ρ μ
  υποστηρίζω ρ μ
  ενισχύω οικονομικά ρ μ + επίρ
 The government supported the aid organisation financially.
 Η κυβέρνηση στήριξε (or: ενίσχυσε) την φιλανθρωπική οργάνωση.
support [sb] vtr (family: provide for)συντηρώ ρ μ
  (μεταφορικά)ζω, τρέφω, θρέφω ρ μ
  ταΐζω ρ μ
 The father supports the family with his earnings.
 Ο πατέρας συντηρεί την οικογένεια με τη δουλειά του.
support [sb/sth] vtr (team: cheer for)υποστηρίζω ρ μ
  είμαι οπαδός ρ έκφρ
  (καθομιλουμένη)είμαι ρ μ
 He supports the Yankees.
 Υποστηρίζει τους Yankees.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο Γιάννης είναι ΑΕΚ.
support [sth] vtr (endorse, be in favor of [sth])υποστηρίζω ρ μ
  είμαι υπέρ ρ έκφρ
 The senator would never support that bill; it goes against his principles!
 Ο γερουσιαστής δεν θα υποστηρίξει ποτέ αυτό το νομοσχέδιο. Είναι ενάντια στις αρχές του!
support doing [sth] v expr (be in favor of doing [sth](κάτι ή ότι πρέπει να γίνει κάτι)υποστηρίζω ρ μ
 He supported raising taxes.
 Υποστήριζε την αύξηση των φόρων.
 Υποστήριζε ότι πρέπει να αυξηθούν οι φόροι.
support [sth] vtr (computing: be compatible)υποστηρίζω ρ μ
 My operating system doesn't support this particular media player.
 Το λειτουργικό μου σύστημα δεν υποστηρίζει αυτήν τη συγκεκριμένη συσκευή αναπαραγωγής πολυμέσων.
support n (structural: holds [sth] up)στήριγμα, υποστήριγμα ουσ ουδ
 The support gave way and the roof collapsed.
 Το στήριγμα (or: υποστήριγμα) υποχώρησε και η οροφή έπεσε.
support,
support for [sth]
n
(approval, backing)στήριξη, υποστήριξη ουσ θηλ
 There's a lot of popular support for the organic food movement.
 Υπάρχει μεγάλη στήριξη από τον κόσμο για το κίνημα βιολογικών τροφίμων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
support n (help for users)υποστήριξη, εξυπηρέτηση ουσ θηλ
 If you can't fix it yourself, you need to call technical support.
support n (emotional help) (ψυχολογική βοήθεια)υποστήριξη, στήριξη, συμπαράσταση ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)βοήθεια ουσ θηλ
 His family's support throughout his divorce was important to him.
 Η υποστήριξη της οικογένειας του όταν πήρε διαζύγιο, ήταν σημαντική για αυτόν.
 Η βοήθεια της οικογένειας του όταν πήρε διαζύγιο, ήταν σημαντική για αυτόν.
support n (financial maintenance) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 Rick pays his ex-wife seven hundred dollars a month in support.
 Ο Ρικ πληρώνει διατροφή στην πρώην γυναίκα του εφτακόσια δολάρια τον μήνα.
support n ([sth], [sb]: gives aid)στήριγμα ουσ ουδ
 Her son was a great support to her in her final years.
support n (actor in a secondary role)συμπρωταγωνιστής, συμπρωταγωνίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The young actor was a fine support to the film's leading man.
support [sth] vtr (withstand)αντέχω ρ μ
 This house can support all sorts of harsh weather.
support [sth] vtr literary, formal (tolerate, put up with)αντέχω, ανέχομαι ρ μ
 He could no longer support all the crying.
support [sth] vtr (sustain life)διατηρώ, συντηρώ ρ μ
  (μεταφορικά: έμβια όντα)θρέφω, τρέφω ρ μ
 There isn't enough water on the moon to support life.
 Στο φεγγάρι δεν υπάρχει αρκετό νερό ώστε να διατηρηθεί ζωή.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Στο μέλλον, ο πλανήτης μας δεν θα έχει αρκετούς πόρους για να θρέψει τον ολοένα και αυξανόμενο πληθυσμό.
support [sth] vtr (law: corroborate)επιβεβαιώνω, επαληθεύω ρ μ
  (μεταφορικά)στηρίζω ρ μ
  (κάνω πιο ισχυρό)ενισχύω ρ μ
 Her testimony supported his statement.
support [sb] vtr (theater: perform with)παίζω μαζί με κπ περίφρ
  παίζω δεύτερο ρόλο περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Two excellent unknowns were supporting the lead actor.
support [sb] vtr (help emotionally)στηρίζω ρ μ
  συμπαραστέκομαι σε κπ ρ μ + πρόθ
 His family supported him throughout his divorce.
support yourself vtr + refl (be financially independent)είμαι οικονομικά ανεξάρτητος έκφρ
 My sons are both grown up now and support themselves.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
supported | support
ΑγγλικάΕλληνικά
well-supported,
well supported
adj
(argument, theory: having evidence)με ισχυρά επιχειρήματα περίφρ
  καλά τεκμηριωμένος επίρ + μτχ πρκ
Σχόλιο: The hyphen may be omitted when the adjective follows the noun.
well-supported,
well supported
adj
(having encouragement)που τον στηρίζουν περίφρ
  που δέχεται μεγάλη στήριξη περίφρ
Σχόλιο: The hyphen may be omitted when the adjective follows the noun.
well-supported,
well supported
adj
(having financial backing)που δέχεται οικονομική στήριξη περίφρ
  που έχει οικονομική επιφάνεια περίφρ
Σχόλιο: The hyphen may be omitted when the adjective follows the noun.
well-supported,
well supported
adj
(having physical support)με καλή υποστήριξη περίφρ
  καλά υποστυλωμένος επίθ + μτχ πρκ
Σχόλιο: The hyphen may be omitted when the adjective follows the noun.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'supported' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση supported στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «supported».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!