| Κύριες μεταφράσεις |
dependent on [sth], dependent upon [sth] adj | (requiring [sth]) | που εξαρτάται από κτ περίφρ |
| | (με γενική) | είμαι συνάρτηση ρ έκφρ |
| | Whether or not the barbecue goes ahead is dependent on the weather. |
| | Το αν θα γίενι ή όχι το μπάρμπεκιου εξαρτάται απ' τον καιρό. |
| dependent adj | (addicted to drug) | εξαρτημένος, εθισμένος μτχ πρκ |
| | | που έχει εξάρτηση, που εθίστηκε περίφρ |
| | Alice has been using heroin for several months and has become dependent. |
| | Η Άλις έκανε χρήση ηρωίνης για κάποιους μήνες και εθίστηκε. |
| dependent adj | (financially reliant) | εξαρτώμενος μτχ πρκ |
| | Liz has three dependent family members: her two sons and her elderly mother. |
| dependent on [sb] adj + prep | (rely on [sb]) | εξαρτώμαι από κπ, βασίζομαι σε κπ ρ αμ + πρόθ |
| | | εξαρτώμενος από κπ μτχ ενεστ + πρόθ |
| | Margaret didn't want to be dependent on her son, but she found it difficult to do things for herself now she was older. |
| | Η Μάργκαρετ δεν ήθελε να εξαρτάται από τον γιο της, αλλά το έβρισκε δύσκολο να κάνει πράγματα για τον εαυτό της τώρα που μεγάλωσε. |
| dependent on [sth] adj + prep | (addicted to) (από κάτι) | εξαρτημένος μτχ πρκ |
| | (σε κάτι) | εθισμένος μτχ πρκ |
| | (σε κάτι) | που έχει εξάρτηση, που εθίστηκε περίφρ |
| | (από κάτι) | που εξαρτάται περίφρ |
| | The patient became dependent on morphine. |
| | Ο ασθενής κατέληξε να έχει εξάρτηση στη μορφίνη. |
| dependent on [sb] for [sth] adj | (rely on [sb] for [sth]) | εξαρτώμαι από κπ για κτ, βασίζομαι σε κπ για κτ περίφρ |
| | Elderly people are often dependent on their children or carers for help with their housework and shopping. |
| | Για βοήθεια με τις δουλειές του σπιτιού και τα ψώνια, οι ηλικιωμένοι άνθρωποι συχνά βασίζονται στα παιδιά τους ή σε φροντιστές. |
| dependent on [sb] adj + prep | (supported financially) | εξαρτώμαι από κπ ρ αμ + πρόθ |
| | As I don't have a job, I'm dependent on my parents. |
| | Εφόσον δεν έχω δουλειά, εξαρτώμαι απ' τους γονείς μου. |
| dependent adj | (linguistics: subordinate) (συντακτικό) | εξαρτημένος μτχ πρκ |
| | | δευτερεύων |
| | In the sentence "I walked out when the bell rang," "when the bell rang" is a dependent clause. |
| | Στην πρόταση «Βγήκα έξω όταν χτύπησε το κουδούνι», το «όταν χτύπησε το κουδούνι» είναι δευτερεύουσα πρόταση. |
dependent, also UK: dependant n | (child, etc. supported financially) | εξαρτώμενο μέλος, προστατευόμενο μέλος μτχ ενεστ + ουσ ουδ |
| | How many dependents do you claim on your tax return? |
| | Πόσα προστατευόμενα μέλη (or: εξαρτώμενα μέλη) δηλώνεις στη φορολογική σου δήλωση; |