supporting

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/səˈpɔːrtɪŋ/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: supporting, support

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
supporting adj (physically)φέρων επίθ
  (καθομ, ανεπίσημο)που φέρει φορτίο, που σηκώνει βάρος περίφρ
 The ceiling collapsed when the supporting beam gave way.
 Το ταβάνι κατέρρευσε όταν υποχώρησε η φέρουσα δοκός.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
support [sth] vtr (weight: hold up)στηρίζω, υποστηρίζω, υποβαστάζω ρ μ
  (επίσημο: τεχνικός όρος)φέρω, αναλαμβάνω ρ μ
 The pole supports the roof of the building.
 Η κολόνα στηρίζει την οροφή του κτιρίου.
support [sb/sth] vtr (aid, back)στηρίζω, ενισχύω ρ μ
  υποστηρίζω ρ μ
  ενισχύω οικονομικά ρ μ + επίρ
 The government supported the aid organisation financially.
 Η κυβέρνηση στήριξε (or: ενίσχυσε) την φιλανθρωπική οργάνωση.
support [sb] vtr (family: provide for)συντηρώ ρ μ
  (μεταφορικά)ζω, τρέφω, θρέφω ρ μ
  ταΐζω ρ μ
 The father supports the family with his earnings.
 Ο πατέρας συντηρεί την οικογένεια με τη δουλειά του.
support [sb/sth] vtr (team: cheer for)υποστηρίζω ρ μ
  είμαι οπαδός ρ έκφρ
  (καθομιλουμένη)είμαι ρ μ
 He supports the Yankees.
 Υποστηρίζει τους Yankees.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο Γιάννης είναι ΑΕΚ.
support [sth] vtr (endorse, be in favor of [sth])υποστηρίζω ρ μ
  είμαι υπέρ ρ έκφρ
 The senator would never support that bill; it goes against his principles!
 Ο γερουσιαστής δεν θα υποστηρίξει ποτέ αυτό το νομοσχέδιο. Είναι ενάντια στις αρχές του!
support doing [sth] v expr (be in favor of doing [sth](κάτι ή ότι πρέπει να γίνει κάτι)υποστηρίζω ρ μ
 He supported raising taxes.
 Υποστήριζε την αύξηση των φόρων.
 Υποστήριζε ότι πρέπει να αυξηθούν οι φόροι.
support [sth] vtr (computing: be compatible)υποστηρίζω ρ μ
 My operating system doesn't support this particular media player.
 Το λειτουργικό μου σύστημα δεν υποστηρίζει αυτήν τη συγκεκριμένη συσκευή αναπαραγωγής πολυμέσων.
support n (structural: holds [sth] up)στήριγμα, υποστήριγμα ουσ ουδ
 The support gave way and the roof collapsed.
 Το στήριγμα (or: υποστήριγμα) υποχώρησε και η οροφή έπεσε.
support,
support for [sth]
n
(approval, backing)στήριξη, υποστήριξη ουσ θηλ
 There's a lot of popular support for the organic food movement.
 Υπάρχει μεγάλη στήριξη από τον κόσμο για το κίνημα βιολογικών τροφίμων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
support n (help for users)υποστήριξη, εξυπηρέτηση ουσ θηλ
 If you can't fix it yourself, you need to call technical support.
support n (emotional help) (ψυχολογική βοήθεια)υποστήριξη, στήριξη, συμπαράσταση ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)βοήθεια ουσ θηλ
 His family's support throughout his divorce was important to him.
 Η υποστήριξη της οικογένειας του όταν πήρε διαζύγιο, ήταν σημαντική για αυτόν.
 Η βοήθεια της οικογένειας του όταν πήρε διαζύγιο, ήταν σημαντική για αυτόν.
support n (financial maintenance) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 Rick pays his ex-wife seven hundred dollars a month in support.
 Ο Ρικ πληρώνει διατροφή στην πρώην γυναίκα του εφτακόσια δολάρια τον μήνα.
support n ([sth], [sb]: gives aid)στήριγμα ουσ ουδ
 Her son was a great support to her in her final years.
support n (actor in a secondary role)συμπρωταγωνιστής, συμπρωταγωνίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The young actor was a fine support to the film's leading man.
support [sth] vtr (withstand)αντέχω ρ μ
 This house can support all sorts of harsh weather.
support [sth] vtr literary, formal (tolerate, put up with)αντέχω, ανέχομαι ρ μ
 He could no longer support all the crying.
support [sth] vtr (sustain life)διατηρώ, συντηρώ ρ μ
  (μεταφορικά: έμβια όντα)θρέφω, τρέφω ρ μ
 There isn't enough water on the moon to support life.
 Στο φεγγάρι δεν υπάρχει αρκετό νερό ώστε να διατηρηθεί ζωή.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Στο μέλλον, ο πλανήτης μας δεν θα έχει αρκετούς πόρους για να θρέψει τον ολοένα και αυξανόμενο πληθυσμό.
support [sth] vtr (law: corroborate)επιβεβαιώνω, επαληθεύω ρ μ
  (μεταφορικά)στηρίζω ρ μ
  (κάνω πιο ισχυρό)ενισχύω ρ μ
 Her testimony supported his statement.
support [sb] vtr (theater: perform with)παίζω μαζί με κπ περίφρ
  παίζω δεύτερο ρόλο περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Two excellent unknowns were supporting the lead actor.
support [sb] vtr (help emotionally)στηρίζω ρ μ
  συμπαραστέκομαι σε κπ ρ μ + πρόθ
 His family supported him throughout his divorce.
support yourself vtr + refl (be financially independent)είμαι οικονομικά ανεξάρτητος έκφρ
 My sons are both grown up now and support themselves.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
supporting | support
ΑγγλικάΕλληνικά
self-supporting adj (financially independent) (οικονομικά)ανεξάρτητος επίθ
self-supporting adj literal (structure)αυτοφερόμενος μτχ ενεστ
  αυτοστηριζόμενος μτχ ενεστ
supporting actor n (performer: not lead) (σε μικρό, συνήθως βωβό ρόλο)κομπάρσος ουσ αρσ
  (σε μη πρωταγωνιστικό ρόλο)δευτεραγωνιστής, δευτεραγωνίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 He won an award for best supporting actor.
supporting cast n (performers not in leading roles)σύνολο ηθοποιών σε δευτερεύοντες ρόλους ουσ ουδ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
supporting documents,
supporting documentation
npl
(official papers backing an application or claim)δικαιολογητικά επίθ ως ουσ ουδ πλ
supporting evidence n (proof in favour of [sth])αποδεικτικό στοιχείο ουσ ουδ
Σχόλιο: συνήθως στον πληθυντικό: αποδεικτικά στοιχεία
 You make a lot of accusations, but do you have any supporting evidence?
supporting role n (acting: secondary part) (μεταφορικά)δεύτερος ρόλος επίθ + ουσ αρσ
 He didn't need to be the star of every movie; he was quite happy in supporting roles.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'supporting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: Best Supporting [Actor, Actress], [prize, award] for the Best Supporting Role, the (Best) Supporting [Actor, Actress] category, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση supporting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «supporting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!