WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| scope n | (objectives, extent) | αντικείμενο, πεδίο ουσ ουδ |
| | | αρμοδιότητα ουσ θηλ |
| | Romance questions are beyond the scope of the language forum. |
| | Ερωτήσεις σχετικές με ρομαντικά ζητήματα δεν ανήκουν στο αντικείμενο (or: πεδίο) αυτού του γλωσσικού φόρουμ. |
| | Ερωτήσεις σχετικές με ρομαντικά ζητήματα δεν ανήκουν στην αρμοδιότητα αυτού του γλωσσικού φόρουμ. |
| scope n | (gun sight) (όπλο) | τηλεφακός ουσ αρσ |
| | The sniper used his scope to aim his gun. |
| | Ο σκοπευτής χρησιμοποίησε τηλεφακό για να σημαδέψει με το όπλο του. |
| scope n | (extent) | έκταση, εμβέλεια ουσ θηλ |
| | | μέγεθος, εύρος ουσ ουδ |
| | The manager did not understand the scope of the problem at first, but soon realized its scale. |
| | Ο διευθυντής σε πρώτη φάση δεν κατάλαβε το μέγεθος του προβλήματος. Σύντομα, όμως, συνειδητοποίησε για τι κλίμακα πρόκειται. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| scope n | (telescope) | τηλεσκόπιο ουσ ουδ |
| | He looked through the scope and saw the stars. |
| scope [sth]⇒ vtr | (look around) | παρατηρώ, κοιτάζω ρ μ |
| | | κοιτάζω γύρω γύρω, κοιτάζω ένα γύρο έκφρ |
| | (καθομιλουμένη) | σκανάρω ρ μ |
| | She scoped the restaurant to find the best table. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Phrasal verbs
|
| scope [sth/sb] out vtr phrasal sep | informal (investigate) (καθομιλουμένη) | τσεκάρω ρ μ |
| | We scoped out the restaurant to see if it would be a good place to celebrate Clive's birthday. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: