expanded

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪkˈspændɪd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ik spandid)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: expanded, expand

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
expanded adj (territory: extended) (έδαφος)εκτεταμένος επίθ
 The expanded safety zone now includes several miles of coastline.
expanded adj (organization: enlarged) (οργανισμός)διευρυμένος, αναπτυγμένος επίθ
 Our expanded facilities now enable us to process orders faster.
expanded adj (role: increased in scope) (αρμοδιότητες)διευρυμένος, αναπτυγμένος, εκτεταμένος επίθ
 The expanded investigation will now move to the East Coast.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
expand vi (grow, enlarge) (μαγειρική)φουσκώνω ρ αμ
  (φυσική)διαστέλλομαι ρ αμ
 The yeast makes the bread expand.
 Η μαγιά κάνει το ψωμί να φουσκώσει.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Όλα τα σώματα διαστέλλονται με τη θερμότητα.
expand vi (non-physical: grow)επεκτείνομαι ρ αμ
  αναπτύσσομαι ρ αμ
  διευρύνομαι ρ αμ
 The company has been expanding the last few years.
 Η εταιρεία επεκτείνεται τα τελευταία χρόνια.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η οικονομία της χώρας αναπτύσσεται με ραγδαίους ρυθμούς.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διευρύνθηκε απότομα έπειτα από το 2004.
expand [sth] vtr (internet headings: open to reveal text)εμφανίζω ρ μ
  ανοίγω ρ μ
 Right-click to see the option to expand all headings.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
expand vi (extend)εξαπλώνομαι, απλώνομαι ρ αμ
 The forest expanded across the floor of the valley.
 Το δάσος εξαπλώθηκε (or: απλώθηκε) μέσα στην πεδιάδα.
expand vi (explain)αναπτύσσω, αναλύω ρ μ
  αναφέρομαι πιο λεπτομερώς περίφρ
 Can you expand on your earlier comments?
 Μπορείς να αναλύσεις το προηγούμενο σχόλιό σου;
 Μπορείς να αναφερθείς πιο λεπτομερώς στο προηγούμενο σχόλιό σου;
expand [sth] vtr (fill out)αναπτύσσω ρ μ
 You need to expand your notes into full sentences.
 Πρέπει να αναπτύξεις τις σημειώσεις σου σε πλήρεις προτάσεις.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'expanded' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση expanded στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «expanded».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!