shrinking

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈʃrɪŋkɪŋ/

From the verb shrink: (⇒ conjugate)
shrinking is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: shrinking, shrink

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shrinking adj (getting smaller in size)συρρικνούμενος μτχ ενεστ
  που συρρικνώνεται, που μικραίνει περίφρ
  (μεταφορικά)που μαζεύει περίφρ
 The shrinking city was visible in the rear-view mirror.
 Η πόλη που όλο και μίκραινε φαινόταν στον πίσω καθρέφτη.
shrinking n (shrinkage)συρρίκνωση ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη: ρούχα)μαζεύω, μπαίνω περίφρ
  μάζεμα ουσ ουδ
 Be sure to allow for shrinking when you buy new jeans.
 Βεβαιώσου ότι υπάρχει περιθώριο για να μαζέψει όταν αγοράζεις καινούργιο τζιν.
shrinking adj figurative (getting smaller in scope) (μεταφορικά)συρρικνούμενος μτχ ενεστ
  ολοένα και μικρότερος, ολοένα μικρότερος φρ ως επίθ
 Shrinking budgets are forcing officials to cut back programmes.
 Οι ολοένα μικρότεροι προϋπολογισμοί αναγκάζουν τους αξιωματούχους να περικόπτουν προγράμματα.
shrinking adj figurative (becoming fewer)συρρικνούμενος μτχ ενεστ
  ολοένα και μικρότερος, ολοένα μικρότερος φρ ως επίθ
  (αριθμός, ποσότητα)που βαίνει μειούμενος περίφρ
 The shrinking pool of applicants means more of them are accepted.
 Ο ολοένα και μικρότερος αριθμός αιτούντων σημαίνει πως οι περισσότεροι από αυτούς γίνονται δεκτοί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shrink vi (become smaller)συρρικνώνομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)μαζεύω ρ αμ
  (μεταφορικά)μπαίνω ρ αμ
 My jumper has shrunk in the wash.
 Το πουλόβερ μου μάζεψε στο πλύσιμο.
shrink [sth] vtr (make smaller)συρρικνώνω ρ μ
  (καθομιλουμένη: ρούχο)κάνω κτ να μαζέψει περίφρ
  κάνω κτ να μπει περίφρ
 The washing machine shrank my jumper.
 Το πλυντήριο συρρίκνωσε το πουλόβερ μου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
shrink n slang (psychiatrist)ψυχολόγος ουσ αρσ/θηλ
  ψυχαναλυτής, ψυχαναλύτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, αποδοκιμασίας)τρελογιατρός ουσ αρσ/θηλ
 Sarah is working through some personal problems and sees a shrink once a week.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
shrink | shrinking
ΑγγλικάΕλληνικά
shrink away from [sth/sb] vi phrasal + prep figurative (be reluctant to face)αποφεύγω ρ μ
 Paul always shrinks away from confrontation.
shrink back vi phrasal (back away)κάνω πίσω ρ αμ + επίρ
  οπισθοχωρώ ρ αμ
 The cat shrank back when Ian tried to approach it.
shrink from [sth] vtr phrasal insep (avoid, retreat from)αποφεύγω ρ μ
 A good leader never shrinks from a challenging situation.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
shrinking | shrink
ΑγγλικάΕλληνικά
shrinking violet n (shy person)ντροπαλός επίθ
  συνεσταλμένος μτχ πρκ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'shrinking' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the shrinking of [clothes, sweaters, fabrics, the economy], a shrinking [number, amount, share], [avoid, prevent] shrinkage (when washing), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση shrinking στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «shrinking».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!