| Κύριες μεταφράσεις |
| result n | (outcome) | αποτέλεσμα ουσ ουδ |
| | | έκβαση ουσ θηλ |
| | Do you know the result of the elections? |
| | Γνωρίζεις το αποτέλεσμα των εκλογών; |
| | Γνωρίζεις την έκβαση των εκλογών; |
| result n | usually plural (positive outcome) (συνήθως πληθυντικός) | αποτέλεσμα ουσ ουδ |
| | My customers usually see results in the first few weeks! |
| | Οι πελάτες συνήθως μου αρχίζουν να βλέπουν αποτελέσματα μέσα στις πρώτες εβδομάδες! |
| results npl | (academic: test score) | αποτελέσματα ουσ ουδ πλ |
| | (συγκεκριμένος αριθμός) | βαθμός ουσ αρσ |
| | Thousands of nervous students are awaiting their results. |
| results npl | (medical: findings of a test) | αποτελέσματα ουσ ουδ πλ |
| | The doctor's office called to let me know they had my results. |
| results npl | (financial statement) | οικονομικά αποτελέσματα επίθ + ουσ ουδ πλ |
| | | αποτελέσματα ουσ ουδ πλ |
| | The annual results were not as good as the company had hoped. |
| result⇒ vi | (be the outcome) | προκύπτω ρ αμ |
| | | καταλήγω ρ αμ |
| | | οδηγούμαι ρ αμ |
| | His lies were the cause of his dismissal from the company and, ultimately, of the entire situation that resulted. |
| | Τα ψέματά του ήταν η αιτία της αποπομπής τους από την εταιρεία και, τελικά, της όλης κατάστασης που προέκυψε. |
| | Τα ψέματά του ήταν η αιτία της αποπομπής τους από την εταιρεία και, τελικά, της όλης κατάστασης στην οποία καταλήξαμε. |
| | Τα ψέματά του ήταν η αιτία της αποπομπής τους από την εταιρεία και, τελικά, της όλης κατάστασης στην οποία οδηγηθήκαμε. |
| result from [sth] vi + prep | (be the outcome of) | είμαι το αποτέλεσμα του/της έκφρ |
| | | προκύπτω από κτ ρ αμ + πρόθ |
| | (για κάτι αρνητικό) | είμαι η συνέπεια του/της έκφρ |
| | Our success results from our cooperation as a team. |
| | Η επιτυχία μας είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας μας ως ομάδα. |