result

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈzʌlt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/rɪˈzʌlt/ ,USA pronunciation: respelling(ri zult)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
result n (outcome)αποτέλεσμα ουσ ουδ
  έκβαση ουσ θηλ
 Do you know the result of the elections?
 Γνωρίζεις το αποτέλεσμα των εκλογών;
 Γνωρίζεις την έκβαση των εκλογών;
result n usually plural (positive outcome) (συνήθως πληθυντικός)αποτέλεσμα ουσ ουδ
 My customers usually see results in the first few weeks!
 Οι πελάτες συνήθως μου αρχίζουν να βλέπουν αποτελέσματα μέσα στις πρώτες εβδομάδες!
results npl (academic: test score)αποτελέσματα ουσ ουδ πλ
  (συγκεκριμένος αριθμός)βαθμός ουσ αρσ
 Thousands of nervous students are awaiting their results.
results npl (medical: findings of a test)αποτελέσματα ουσ ουδ πλ
 The doctor's office called to let me know they had my results.
results npl (financial statement)οικονομικά αποτελέσματα επίθ + ουσ ουδ πλ
  αποτελέσματα ουσ ουδ πλ
 The annual results were not as good as the company had hoped.
result vi (be the outcome)προκύπτω ρ αμ
  καταλήγω ρ αμ
  οδηγούμαι ρ αμ
 His lies were the cause of his dismissal from the company and, ultimately, of the entire situation that resulted.
 Τα ψέματά του ήταν η αιτία της αποπομπής τους από την εταιρεία και, τελικά, της όλης κατάστασης που προέκυψε.
 Τα ψέματά του ήταν η αιτία της αποπομπής τους από την εταιρεία και, τελικά, της όλης κατάστασης στην οποία καταλήξαμε.
 Τα ψέματά του ήταν η αιτία της αποπομπής τους από την εταιρεία και, τελικά, της όλης κατάστασης στην οποία οδηγηθήκαμε.
result from [sth] vi + prep (be the outcome of)είμαι το αποτέλεσμα του/της έκφρ
  προκύπτω από κτ ρ αμ + πρόθ
  (για κάτι αρνητικό)είμαι η συνέπεια του/της έκφρ
 Our success results from our cooperation as a team.
 Η επιτυχία μας είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας μας ως ομάδα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
result n (mathematics: solution) (εξίσωσης)λύση ουσ θηλ
  (πράξης)αποτέλεσμα ουσ ουδ
 He worked for 15 minutes before finding the result of the equation.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
result in [sth] vtr phrasal insep (lead to, bring about)οδηγώ ρ μ
 Failing the test will result in a poor class grade.
 Η αποτυχία στο τεστ θα οδηγήσει σε κακό μέσο όρο βαθμολογίας για την τάξη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
as a result adv (consequently)επομένως, συνεπώς, κατά συνέπεια επίρ
 The little girl kept jumping in puddles, and as a result her new shoes were ruined.
 Το κοριτσάκι συνέχισε να πηδά στις λακκούβες και συνεπώς (or: κατά συνέπεια) τα καινούρια της παπούτσια καταστράφηκαν.
as a result of expr (due to, because of)λόγω, εξαιτίας επίρ
 As a result of your disobedience, your parents punished you.
 Οι γονείς σου σε τιμώρησαν εξαιτίας (or: λόγω) της ανυπακοής σου.
end result n (product created by a process)τελικό αποτέλεσμα ουσ ουδ
 The end result of the process is a new recyclable plastic.
end result n (consequence) (συνέπεια)τελικό αποτέλεσμα ουσ ουδ
 The end result of a failure to follow safety procedures could be injury or death.
net result,
net effect
n
(outcome)αποτέλεσμα ουσ ουδ
 The net result of all the conflict was poverty and more instability.
results-based,
result-based
adj
(targeted towards outcomes)βάσει αποτελέσματος περίφρ
  βασισμένος στο αποτέλεσμα περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'result' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: result in [injury, death, overdose], the [election, match, lottery, test, exam] results, resulted in his [death, demise], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση result στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «result».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!