restriction

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈstrɪkʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/rɪˈstrɪkʃən/ ,USA pronunciation: respelling(ri strikshən)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
restriction n (condition, limitation)περιορισμός ουσ αρσ
 The contract has restrictions that we're not comfortable with.
 Το συμβόλαιο έχει περιορισμούς με τους οποίους δεν αισθανόμαστε άνετα.
restriction n (act of restricting)περιορισμός ουσ αρσ
 Restriction of circulation may cause numbness.
 Ο περιορισμός της κυκλοφορίας του αίματος μπορεί να προκαλέσει μούδιασμα.
restriction n (rule, regulation)περιορισμός ουσ αρσ
  (νόμος, κανονισμός κ.λπ.)περιοριστικός επίθ
 Restrictions on oil imports are driving up prices.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
weight restriction n (limit on how heavy [sth] or [sb] can be)περιορισμός βάρους φρ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'restriction' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση restriction στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «restriction».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!