Σε αυτή τη σελίδα: killed, kill

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be killed v expr (die)σκοτώνομαι ρ αμ
 Police say the driver of the car was killed instantly.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
kill [sb/sth] vtr (cause death)σκοτώνω ρ μ
  θανατώνω ρ μ
  (έγκλημα)δολοφονώ, φονεύω ρ μ
  (πολύ βίαια)σφάζω ρ μ
 He killed the ant before it could bite him.
 The murderer had killed three people.
 Σκότωσε το μυρμήγκι πριν τον τσιμπήσει. // Ο δολοφόνος είχε σκοτώσει τρεις ανθρώπους.
kill [sth] vtr figurative (put an end to) (βάζω τέλος)σταματάω, διακόπτω, αποσύρω ρ μ
 They killed the project after the customer stopped paying.
 Σταμάτησε το έργο όταν ο πελάτης σταμάτησε να πληρώνει.
kill [sth] vtr figurative (turn off)σβήνω ρ μ
 Kill the car engine. We are going to be here for a while.
 Σβήσε τη μηχανή. Θα μείνουμε αρκετή ώρα εδώ.
kill [sth] vtr figurative (deaden) (μτφ: νεκρώνω)διώχνω, σταματώ ρ μ
 Take the aspirin. It will kill the pain.
 Πάρε μια ασπιρίνη. Θα διώξει (or: σταματήσει) τον πόνο.
kill vi (engage in killing) (γενικά)σκοτώνω ρ αμ
 The soldier no longer thought about what he was doing, and just killed.
 Ο στρατιώτης δεν σκεφτόταν πλέον τι έκανε και απλά σκότωνε.
kill [sb] vtr figurative, informal (hurt physically) (μτφ: σωματικός πόνος)πεθαίνω ρ μ
 I've got to take these shoes off. My feet are killing me.
 Πρέπει να βγάλω αυτά τα παπούτσια. Τα πόδια μου με πεθαίνουν.
kill [sb] vtr figurative, informal (hurt emotionally) (μτφ: συναισθηματικά)σκοτώνω ρ μ
  πληγώνω, πονάω ρ μ
 It kills me to see you leave the company. Please reconsider!
 Με σκοτώνει (or: πληγώνει) που σε βλέπω να φεύγεις από την εταιρεία. Ξανασκέψου το, σε παρακαλώ!
kill n (animal: hunted) (κυνήγι: ζώο)θήραμα ουσ ουδ
 The deer hunter got his first kill when he was 17.
 Ο ελαφοκυνηγός έπιασε το πρώτο του θήραμα όταν ήταν 17 χρονών.
kill n (animals: total killed) (κυνήγι: αποτέλεσμα)λεία ουσ θηλ
  (κυνήγι: αποτέλεσμα)απολογισμός ουσ αρσ
 The kill this hunting season was 9832 turkeys.
 Η λεία (or: Ο απολογισμός) αυτής της κυνηγετικής περιόδου ήταν 9832 γαλοπούλες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
kill n (act of killing) (ενέργεια)σκοτωμός ουσ αρσ
  σκότωμα ουσ ουδ
  θανάτωση ουσ θηλ
 We saw lions hunting and even witnessed a kill when they attacked a buffalo.
kill [sth] vtr figurative (defeat in parliament) (πολιτική)απορρίπτω, καταψηφίζω ρ μ
 The bill was killed with a vote of fifty-five to forty-five.
 Το νομοσχέδιο απορρίφθηκε (or: καταψηφίστηκε) με ποσοστό 55 προς 45.
kill [sb] vtr slang, figurative (amuse) (καθομ, μτφ: διασκεδάζω)πεθαίνω, τρελαίνω ρ μ
 You are killing me! That is so funny!
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Θα με πεθάνεις (or: τρελάνεις) με τα αστεία σου!
kill [sth] vtr slang, figurative (drink up) (καθομ, μτφ: για ποτό)κατεβάζω ρ μ
  (για ποτό)τελειώνω ρ μ
 He killed his beer and they went to the next bar.
 Κατέβασε (or: Τελείωσε) τη μπύρα του και πήγαν στο επόμενο μπαρ.
kill [sth] vtr informal, figurative (golf, rugby ball: stop) (σπορ: σταματώ τη μπάλα)σταματώ ρ μ
  (σπορ: σταματώ τη μπάλα)διακόπτω την πορεία έκφρ
 The squash player killed the ball with a nick.
 Ο παίκτης του σκουός διέκοψε την πορεία της μπάλας με ένα τσίμπημα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
kill | killed
ΑγγλικάΕλληνικά
kill [sth] off vtr phrasal sep (exterminate)εξολοθρεύω, εξοντώνω ρ μ
 I have finally killed off all the bugs on my tomato plants.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
killed | kill
ΑγγλικάΕλληνικά
curiosity killed the cat expr (being curious can be dangerous)η περιέργεια σκότωσε τη γάτα εκφρ
  η περιέργεια σκοτώνει εκφρ
get killed v expr informal (die)σκοτώνομαι ρ αμ
 You'll get killed if you keep driving that fast! If you drive while drunk you can get killed.
 Θα σκοτωθείς αν συνεχίσεις να οδηγείς τόσο γρήγορα! Αν οδηγείς μεθυσμένος, μπορεί να σκοτωθείς.
get killed v expr informal (be killed by [sb], [sth])σκοτώνομαι ρ αμ
  (από πρόθεση)δολοφονούμαι ρ αμ
 He got killed by a stray bullet.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'killed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση killed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «killed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!