| Κύριες μεταφράσεις |
| contribute⇒ vi | (donate, give money) | κάνω δωρεά περίφρ |
| | | συνεισφέρω, προσφέρω ρ αμ |
| | Log on to the charity's website if you want to contribute. |
| | Μπες στην ιστοσελίδα του φιλανθρωπικού σωματείου αν θέλεις να κάνεις δωρεά. |
| contribute vi | (help, add [sth]) | συνεισφέρω, συμβάλλω ρ αμ |
| | If you're short of cash, there are other ways to contribute. |
| | Αν δεν έχεις χρήματα, υπάρχουν και άλλοι τρόποι να συμβάλλεις. |
| contribute [sth] to [sth] vtr + prep | (give money or resources) (κτ σε κτ) | δίνω, προσφέρω ρ μ |
| | | χορηγώ ρ μ |
| | Jeffrey contributes money to a local animal shelter every year. |
| | Ο Τζέφρυ προσφέρει κάθε χρόνο χρήματα σε ένα καταφύγιο ζώων της περιοχής. |
| contribute to [sth] vtr phrasal insep | (make bigger) (σε κτ) | συνεισφέρω, συντελώ, συμβάλλω ρ αμ |
| | Better cost control has contributed to the increase in the company's profits. |
| | Ο καλύτερος έλεγχος των εξόδων έχει συμβάλει στην αύξηση των κερδών της εταιρείας. |
| contribute to [sth] vtr phrasal insep | (be responsible for [sth]) (σε κάτι) | συμβάλλω, συντελώ ρ αμ |
| | (σε κάτι) | παίζω ρόλο έκφρ |
| | The newspaper report says that drugs contributed to the crash. |
| | Το ρεπορτάζ της εφημερίδας λέει πως τα ναρκωτικά συνέβαλαν στο ατύχημα. |
| contribute to [sth] vi + prep | (help, do [sth]) | συνεισφέρω σε κτ, συμβάλλω σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | | βοηθώ σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | Many thanks to everyone who contributed to the clean-up of litter on the beach. |
| | Πολλές ευχαριστίες σε όλους όσους συνεισέφεραν στον καθαρισμό της παραλίας από τα σκουπίδια. |
| contribute vi | (write articles for publication) (σε κάτι) | συνεισφέρω ρ αμ |
| | (πιο ειδικά σε έντυπο) | αρθρογραφώ ρ αμ |
| | This month's issue is great; so many famous writers have contributed. |
| | Το τεύχος αυτού του μήνα είναι εξαιρετικό. Έχουν αρθρογραφήσει πολλοί γνωστοί συγγραφείς. |