• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: contributing, contribute

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
contributing adj (helping, making a contribution)που συνεισφέρει περίφρ
 Thanks to all contributing colleagues for a very successful sales event.
contributing adj (author, etc.: assisting, one of several)συνεργάτης ουσ αρσ
  συνεργαζόμενος μτχ πρκ
 This novelist is also a contributing author to several collections of short stories.
contributing adj (cause, factor: partly responsible)που συμβάλλει περίφρ
 The driver's speed was a contributing factor to the severity of the accident.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
contribute⇒ vi (donate, give money)κάνω δωρεά περίφρ
  συνεισφέρω, προσφέρω ρ αμ
 Log on to the charity's website if you want to contribute.
 Μπες στην ιστοσελίδα του φιλανθρωπικού σωματείου αν θέλεις να κάνεις δωρεά.
contribute vi (help, add [sth])συνεισφέρω, συμβάλλω ρ αμ
 If you're short of cash, there are other ways to contribute.
 Αν δεν έχεις χρήματα, υπάρχουν και άλλοι τρόποι να συμβάλλεις.
contribute [sth] to [sth] vtr + prep (give money or resources) (κτ σε κτ)δίνω, προσφέρω ρ μ
  χορηγώ ρ μ
 Jeffrey contributes money to a local animal shelter every year.
 Ο Τζέφρυ προσφέρει κάθε χρόνο χρήματα σε ένα καταφύγιο ζώων της περιοχής.
contribute to [sth] vtr phrasal insep (make bigger) (σε κτ)συνεισφέρω, συντελώ, συμβάλλω ρ αμ
 Better cost control has contributed to the increase in the company's profits.
 Ο καλύτερος έλεγχος των εξόδων έχει συμβάλει στην αύξηση των κερδών της εταιρείας.
contribute to [sth] vtr phrasal insep (be responsible for [sth]) (σε κάτι)συμβάλλω, συντελώ ρ αμ
  (σε κάτι)παίζω ρόλο έκφρ
 The newspaper report says that drugs contributed to the crash.
 Το ρεπορτάζ της εφημερίδας λέει πως τα ναρκωτικά συνέβαλαν στο ατύχημα.
contribute to [sth] vi + prep (help, do [sth])συνεισφέρω σε κτ, συμβάλλω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  βοηθώ σε κτ ρ αμ + πρόθ
 Many thanks to everyone who contributed to the clean-up of litter on the beach.
 Πολλές ευχαριστίες σε όλους όσους συνεισέφεραν στον καθαρισμό της παραλίας από τα σκουπίδια.
contribute vi (write articles for publication) (σε κάτι)συνεισφέρω ρ αμ
  (πιο ειδικά σε έντυπο)αρθρογραφώ ρ αμ
 This month's issue is great; so many famous writers have contributed.
 Το τεύχος αυτού του μήνα είναι εξαιρετικό. Έχουν αρθρογραφήσει πολλοί γνωστοί συγγραφείς.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
contributing | contribute
ΑγγλικάΕλληνικά
noncontributing,
non-contributing
adj
(not contributing)που δε συνεισφέρει, που δε συμβάλλει
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'contributing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση contributing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «contributing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!