contributor

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kənˈtrɪbjʊr/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kən tribyə tər)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
contributor n ([sb] who gives money) (επίσημο)χορηγός, χρηματοδότης ουσ αρσ/θηλ
  που συνεισφέρει περίφρ
 We've already written to our top contributors again.
 Έχουμε ήδη γράψει στους κορυφαίους χορηγούς μας για άλλη μια φορά.
contributor n ([sb] who adds [sth])που συμμετέχει περίφρ
  που συνεισφέρει περίφρ
 Avedon was a major contributor to the field of fashion photography.
contributor n (contributing writer)συνεργάτης ουσ αρσ/θηλ
  αρθρογράφος ουσ αρσ/θηλ
 All of our contributors are freelancers.
 Όλοι οι συνεργάτες μας είναι ελεύθεροι επαγγελματίες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'contributor' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση contributor στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «contributor».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!