confused

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kənˈfjuːzd/US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/kənˈfjuzd/

From the verb confuse: (⇒ conjugate)
confused is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: confused, confuse

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
confused adj (person: unable to understand)σαστισμένος, μπερδεμένος μτχ πρκ
 The confused boy just walked away instead of trying again.
 Το παιδί, σαστισμένο (or: μπερδεμένο), απλά απομακρύνθηκε αντί να προσπαθήσει πάλι.
confused adj (lacking order)συγκεχυμένος μτχ πρκ
  (συνήθως καθομιλουμένη)μπερδεμένος μτχ πρκ
 His argument was confused and nobody understood.
 Το επιχείρημά του είναι μπερδεμένο και κανείς δεν τον καταλάβαινε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
confuse [sb]⇒ vtr (bewilder)μπερδεύω ρ μ
  (σε κάποιον)προκαλώ σύγχυση περίφρ
 It confuses me when you give so many instructions all at once.
 Μου προκαλεί σύγχυση όταν μου δίνεις τόσες πολλές οδηγίες την ίδια στιγμή.
confuse [sth/sb] with [sth/sb]⇒ vtr (mistake) (κπ/κτ με κπ/κτ)μπερδεύω ρ μ
  (κπ/κτ για κπ/κτ)περνάω ρ μ
 I confused Sharon with her mum on the phone last night: she wasn't pleased.
 Μπέρδεψα τη Σάρον με τη μαμά της στο τηλέφωνο χθες βράδυ και δεν της άρεσε.
confuse [sth/sb]⇒ vtr (mistake)μπερδεύω ρ μ
 Eddy and Sid are twins, so people often confuse them for one another.
 Ο Έντι και ο Σιντ είναι δίδυμοι και συχνά ο κόσμος τους μπερδεύει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
confuse [sth]⇒ vtr (make unclear)κάνω κτ ασαφές, κάνω κτ λιγότερο σαφές περίφρ
  μπερδεύω ρ μ
  περιπλέκω ρ μ
 The amount of irrelevant details confused the argument.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
confused | confuse
ΑγγλικάΕλληνικά
get confused vi + adj informal (become mentally disordered)μπερδεύομαι, συγχύζομαι, παρανοώ ρ αμ
 Speak to him slowly - he gets confused very easily.
get [sb] confused vtr + adj informal (confuse)μπερδεύω, παρανοώ ρ μ
  (μεταφορικά)παίρνω ρ μ
 You've got me confused now; which film are you talking about?
 Με μπέρδεψες τώρα! Για ποια ταινία μιλάς;
get [sth/sb] confused with [sth/sb] v expr informal (mix up, fail to distinguish [sth/sb])μπερδεύω κτ/κπ με κτ/κπ ρ μ + πρόθ
  (μεταφορικά)περνάω κτ/κπ για κτ/κπ ρ μ + πρόθ
 I always get Greta confused with Verna - they look so much alike.
get confused with [sb/sth] v expr informal (be mistaken for [sb])μπερδεύω, παρανοώ ρ μ
  (μεταφορικά)παίρνω ρ μ
 I always get confused with my sister: she's also a brunette, and the same height as me.
not to be mistaken for [sth/sb],
not to be confused with [sth/sb]
expr
(as distinct from [sth] else)δεν θα πρέπει να συγχέεται με κπ/κτ περίφρ
  δεν θα πρέπει να θεωρείται κπ/κτ περίφρ
  (λόγια)δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως κτ περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'confused' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a confused [person, student, tourist, guest, dog], confused by the [noises, instructions, questions, choices], confused [about, as to] what to [do, think, say, choose], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση confused στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «confused».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!