blurred

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈblɜːrd/

From the verb blur: (⇒ conjugate)
blurred is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: blurred, blur

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blurred adj (indistinct, unclear)θολός επίθ
 The edges of the photo are blurred.
 Οι άκρες της φωτογραφίας είναι θολές.
blurred adj figurative (boundaries, distinctions: confused)ασαφής επίθ
 It's important for teachers to assert authority so that the boundaries in their relationships with students don't become blurred.
 Είναι σημαντικό οι καθηγητές να ασκούν εξουσία, ώστε τα όρια στις σχέσεις τους με τους μαθητές να μην είναι ασαφή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blur vi (vision: become indistinct)θολώνω ρ αμ
 For some people, migraines cause their vision to blur.
 Σε μερικούς ανθρώπους, οι ημικρανίες έχουν ως αποτέλεσμα να θολώνει η όρασή τους.
blur [sth] vtr (smudge)μουτζουρώνω, μουντζουρώνω ρ μ
  θολώνω ρ μ
 Pamela blurred the colors of the oil pastel sketch she made.
 Η Πάμελα μουτζούρωσε τα χρώματα στο σχέδιο με τα παστέλ λάδια που έκανε.
blur [sth] vtr figurative (confuse) (μεταφορικά)θολώνω ρ μ
  κάνω κτ να μην είναι σαφές περίφρ
  μπερδεύω ρ μ
 Being inconsistent in punishing children just blurs the rules.
 Η ασυνέπεια στην τιμωρία των παιδιών απλά κάνει ασαφείς τους κανόνες.
a blur n figurative (confusing memory)θολή ανάμνηση επίθ + ουσ θηλ
 I'm not sure what happened. It's all a blur.
 Δεν είμαι σίγουρος για το τι έγινε. Είναι όλα μια θολή ανάμνηση.
a blur of [sth] n figurative ([sth] busy, confusing) (μεταφορικά: από κτ)χαμός ουσ αρσ
  θολούρα ουσ θηλ πλ
 This week has been a blur of parties, awards ceremonies and interviews.
 Αυτή την εβδομάδα έγινε χαμός με πάρτυ, βραβεύσεις και συνεντεύξεις.
a blur n informal ([sth], [sb] moving rapidly) (μεταφορικά)αστραπή, σφαίρα ουσ θηλ
  (μεταφορικά)κεραυνός ουσ αρσ
 He was a blur as he ran past me.
 Πέρασε σφαίρα από δίπλα μου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blur,
blur-blur
adj
(slow to catch on, ignorant)αργόστροφος επίθ
  (μεταφορικά, ειρωνικό)αστροπελέκι ουσ ουδ
Σχόλιο: Singaporean English.
blur n (smudge)μουτζούρα, μουντζούρα ουσ θηλ
  μουτζαλιά ουσ θηλ
 There is a dark blur at the bottom of the sketch.
blur [sth] vtr (make [sth] less distinct) (μεταφορικά)θολώνω ρ μ
 Alcohol blurred her judgment, and she ultimately did something she regretted.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
blurred | blur
ΑγγλικάΕλληνικά
blurred vision n (inability to see clearly)θολή όραση επίθ + ουσ θηλ
 After hitting his head, he suffered from blurred vision.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'blurred' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [words, lines, view] were blurred, the [words] [appeared, became] blurred, her vision was blurred with tears, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση blurred στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «blurred».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!