| Κύριες μεταφράσεις |
| advise [sb]⇒ vtr | (counsel [sb]) (κάποιον) | συμβουλεύω ρ μ |
| | (σε κάποιον) | δίνω συμβουλή, παρέχω συμβουλές περίφρ |
| | Our team of experienced attorneys is ready to advise you. |
| | Η ομάδα των έμπειρων δικηγόρων μας είναι έτοιμη να σας συμβουλεύσει. |
| | Η ομάδα των έμπειρων δικηγόρων μας είναι έτοιμη να σας δώσει συμβουλές (or: παράσχει συμβουλές). |
| advise [sb] on [sth] vtr + prep | (counsel [sb] on [sth]) | συμβουλεύω κπ για κτ, συμβουλεύω κπ πάνω σε κτ περίφρ |
| | He was hired to advise the Queen on matters of state. |
| | Προσλήφθηκε για να συμβουλεύει τη βασίλισσα για θέματα του κράτους. |
| advise [sb] to do [sth] v expr | (counsel [sb] to do) (κάποιον να κάνει κάτι) | συμβουλεύω ρ μ |
| | (καθομιλουμένη) | λέω ρ μ |
| | I advised him to eat before the flight. |
| | Τον συμβούλεψα να φάει πριν την πτήση. |
advise [sb], advise [sb] that⇒ vtr | formal (with clause: notify [sb]) (κάποιον ότι) | ενημερώνω ρ μ |
| | A text message advised me that my flight was delayed. |
| | Ένα γραπτό μήνυμα με ενημέρωσε ότι η πτήση μου είχε καθυστερήσει. |
| advise [sb] of [sth] vtr + prep | formal (notify [sb] of [sth]) | ενημερώνω κπ για κτ, πληροφορώ κπ για κτ, ειδοποιώ κπ για κτ ρ μ + πρόθ |
| | Newcastle Council have advised us of a series of road closures. |
| | Το συμβούλιο του Νιούκαστλ μας έχει ενημερώσει για τους κλειστούς δρόμους. |
| advise⇒ vi | (give advice) | δίνω συμβουλή έκφρ |
| | I did not command, I just advised. |
| | Δεν έδωσα διαταγή. Συμβουλή έδωσα. |