trick

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtrɪk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/trɪk/ ,USA pronunciation: respelling(trik)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trick n (prank, joke)φάρσα ουσ θηλ
  πλάκα ουσ θηλ
 You have to be alert to tricks on April Fools' Day!
 Πρέπει να έχει τα μάτια σου ανοιχτά για φάρσες την Πρωταπριλιά!
trick [sb] vtr (deceive)ξεγελώ ρ μ
  εξαπατώ ρ μ
  (καθομιλουμένη)κοροϊδεύω ρ μ
  την φέρνω ρ μ
 I didn't want to buy the ticket -- I was tricked!
 Εγώ δεν ήθελα να αγοράσω το εισιτήριο, με ξεγέλασαν!
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν είναι αυθεντικό διαμάντι, σ' την έφεραν!
trick [sb] into [sth] vtr + prep (deceive into [sth])με ξεγελούν και κάνω κτ περίφρ
  με εξαπατούν και κάνω κτ περίφρ
  (για κάτι κακό)πείθομαι να κάνω κτ περίφρ
 Julia was tricked into marriage by a man who said he loved her when he was only after her money.
 Η Τζούλια ξεγελάστηκε και παντρεύτηκε έναν άντρα που έλεγε πως την αγαπούσε ενώ στην πραγματικότητα ήθελε μόνο τα χρήματά της.
trick [sb] into doing [sth] v expr (deceive into doing)ξεγελώ κπ και τον κάνω να κάνει κτ περίφρ
  εξαπατώ κπ και τον κάνω να κάνει κτ περίφρ
 The scammer tricked Brian into handing over £400.
 Ο απατεώνας ξεγέλασε τον Μπράιαν και τον έκανε να του δώσει 400 δολάρια.
trick [sb] out of [sth] vtr (cheat out of: money, etc.)ξεγελώ κπ και του παίρνω κτ, ξεγελάω κπ και του παίρνω κτ έκφρ
  (καθομιλουμένη)κοροϊδεύω κπ και του παίρνω κτ έκφρ
 The con man tricked the old lady out of her savings by pretending to work for a charity.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trick adj (used or designed for tricks)παραπλανητικός επίθ
  (για ερώτηση)παγίδα ουσ ως επίθ
 Is this a trick question?
trick n (magic, performance)κόλπο ουσ ουδ
 The kids were delighted by the magician's tricks.
trick n (swindle, deceit)παγίδα ουσ θηλ
 All this for only fifty pounds?! What's the trick?
trick n (knack)κόλπο ουσ ουδ
  μυστικό ουσ ουδ
 I can't seem to get the trick of how to cut a tomato.
trick n (cards)κόλπο ουσ ουδ
 In the game of hearts, you usually want to win as few tricks as possible.
trick n slang (prostitute's customer)πελάτης ουσ αρσ
  (κατά λέξη)πελάτης ιερόδουλης περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος αργκό.
 The prostitute collected her money and sent the trick on his way.
trick n (clever feat)κόλπο ουσ ουδ
  τρικ ουσ ουδ άκλ
 The juggler is trying to learn a new trick.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
trick [sth] out,
trick out [sth]
vtr phrasal sep
US, informal (dress up, deck out)στολίζω ρ μ
  διακοσμώ ρ μ
 The street racer tricked out his car with a new paint job and florescent lighting.
trick up vi phrasal informal (put on special clothes)ντύνομαι καλά ρ αμ + επίρ
  βάζω τα καλά μου έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
card trick n (trick with playing cards)κόλπο με τράπουλα περίφρ
 He knows a lot of card tricks.
con n informal (trick, swindle)απάτη, κομπίνα ουσ θηλ
  (αργκό)μπινιά ουσ θηλ
 Fred lost two hundred dollars in a con.
 Ο Φρεντ έχασε διακόσια δολάρια σε μια απάτη.
con trick n informal (confidence trick, swindle)απάτη, κομπίνα ουσ θηλ
confidence trick,
confidence game
n
(scam, fraudulent act)απάτη ουσ θηλ
  (αποδοκιμασίας, καθομ)απατεωνιά, κομπίνα ουσ θηλ
conjuring trick n (making [sth] appear as if by magic) (εμφάνισης ή εξαφάνισης)μαγικό κόλπο επίθ + ουσ ουδ
dirty trick n slang (act: unfair, dishonest) (καθομιλουμένη)βρομοδουλειά, απατεωνιά ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)μπαγαποντιά, μπαγαμποντιά, παγαποντιά ουσ θηλ
 He's a con artist, so watch out for his dirty tricks.
 Είναι επαγγελματίας απατεώνας. Γι’ αυτό έχε το νου σου για τις παγαποντιές του.
do the trick expr informal (be sufficient for) (μεταφορικά)κάνω ρ αμ
  είμαι αρκετός ρ έκφρ
  φτάνω ρ αμ
  (μεταφορικά)κάνω τη δουλειά έκφρ
 If you want to cure toothache, a dab of clove oil often does the trick.
hat trick,
hat-trick
n
figurative (sport: scoring three goals)χατ τρικ έκφρ
Σχόλιο: ξενικό,άκλιτο
 He made it a hat trick by scoring his third goal just before the final whistle.
hat trick,
hat-trick
n
figurative (three successes)χατ τρικ έκφρ
Σχόλιο: ξενικό,άκλιτο
 I just need one more to get a hat trick.
hat trick,
hat-trick
n
(magic: pulling [sth] from a hat)κόλπο όπου μάγος τραβά κάτι μέσα από καπέλο έκφρ
 The magician's hat trick drew wild applause from the audience.
magic trick n (conjuring trick, illusion)μαγικό κόλπο έκφρ
 The magic trick made the white rabbit seem to disappear.
skate trick n (skateboarding feat)κόλπο στο σκέιτ, ακροβατικό με σκέιτ περίφρ
trick or treat,
trick-or-treat
n
(Halloween tradition)έθιμο του Χαλοουίν
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Trick or treat's the only thing I like about Hallowe'en.
Trick or treat! interj (at Halloween) (σπάνιο)φάρσα ή κέρασμα περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The kids knocked on the door and shouted: "Trick or treat!"
 Τα παιδιά χτύπησαν την πόρτα και φώναξαν: «Φάρσα ή κέρασμα!»
trick question n ([sth] asked to mislead or incriminate [sb])ερώτηση παγίδα φρ ως ουσ θηλ
trick-or-treating n (Halloween custom: going door to door)φάρσα ή κέρασμα έκφρ
 Last year, I took my brother trick-or-treating.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'trick' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: trick him into [getting, going, doing, believing, saying], a [magic, card, number, mental, visual] trick, trick photography, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση trick στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «trick».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!