|
WordReference English-Greek Dictionary © 2025: Κύριες μεταφράσεις |
trick n | (prank, joke) | φάρσα ουσ θηλ |
| | πλάκα ουσ θηλ |
| You have to be alert to tricks on April Fools' Day! |
| Πρέπει να έχει τα μάτια σου ανοιχτά για φάρσες την Πρωταπριλιά! |
trick [sb]⇒ vtr | (deceive) | ξεγελώ ρ μ |
| | εξαπατώ ρ μ |
| (καθομιλουμένη) | κοροϊδεύω ρ μ |
| | την φέρνω ρ μ |
| I didn't want to buy the ticket -- I was tricked! |
| Εγώ δεν ήθελα να αγοράσω το εισιτήριο, με ξεγέλασαν! |
| ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν είναι αυθεντικό διαμάντι, σ' την έφεραν! |
trick [sb] into [sth] vtr + prep | (deceive into [sth]) | με ξεγελούν και κάνω κτ περίφρ |
| | με εξαπατούν και κάνω κτ περίφρ |
| (για κάτι κακό) | πείθομαι να κάνω κτ περίφρ |
| Julia was tricked into marriage by a man who said he loved her when he was only after her money. |
| Η Τζούλια ξεγελάστηκε και παντρεύτηκε έναν άντρα που έλεγε πως την αγαπούσε ενώ στην πραγματικότητα ήθελε μόνο τα χρήματά της. |
trick [sb] into doing [sth] v expr | (deceive into doing) | ξεγελώ κπ και τον κάνω να κάνει κτ περίφρ |
| | εξαπατώ κπ και τον κάνω να κάνει κτ περίφρ |
| The scammer tricked Brian into handing over £400. |
| Ο απατεώνας ξεγέλασε τον Μπράιαν και τον έκανε να του δώσει 400 δολάρια. |
trick [sb] out of [sth]⇒ vtr | (cheat out of: money, etc.) | ξεγελώ κπ και του παίρνω κτ, ξεγελάω κπ και του παίρνω κτ έκφρ |
| (καθομιλουμένη) | κοροϊδεύω κπ και του παίρνω κτ έκφρ |
| The con man tricked the old lady out of her savings by pretending to work for a charity. |
Επιπλέον μεταφράσεις |
trick adj | (used or designed for tricks) | παραπλανητικός επίθ |
| (για ερώτηση) | παγίδα ουσ ως επίθ |
| Is this a trick question? |
trick n | (magic, performance) | κόλπο ουσ ουδ |
| The kids were delighted by the magician's tricks. |
trick n | (swindle, deceit) | παγίδα ουσ θηλ |
| All this for only fifty pounds?! What's the trick? |
trick n | (knack) | κόλπο ουσ ουδ |
| | μυστικό ουσ ουδ |
| I can't seem to get the trick of how to cut a tomato. |
trick n | (cards) | κόλπο ουσ ουδ |
| In the game of hearts, you usually want to win as few tricks as possible. |
trick n | slang (prostitute's customer) | πελάτης ουσ αρσ |
| (κατά λέξη) | πελάτης ιερόδουλης περίφρ |
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος αργκό. | | The prostitute collected her money and sent the trick on his way. |
trick n | (clever feat) | κόλπο ουσ ουδ |
| | τρικ ουσ ουδ άκλ |
| The juggler is trying to learn a new trick. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2025: Phrasal verbs
|
trick [sth] out, trick out [sth] vtr phrasal sep | US, informal (dress up, deck out) | στολίζω ρ μ |
| | διακοσμώ ρ μ |
| The street racer tricked out his car with a new paint job and florescent lighting. |
trick up vi phrasal | informal (put on special clothes) | ντύνομαι καλά ρ αμ + επίρ |
| | βάζω τα καλά μου έκφρ |
WordReference English-Greek Dictionary © 2025: Σύνθετοι τύποι:
|
card trick n | (trick with playing cards) | κόλπο με τράπουλα περίφρ |
| He knows a lot of card tricks. |
con n | informal (trick, swindle) | απάτη, κομπίνα ουσ θηλ |
| (αργκό) | μπινιά ουσ θηλ |
| Fred lost two hundred dollars in a con. |
| Ο Φρεντ έχασε διακόσια δολάρια σε μια απάτη. |
con trick n | informal (confidence trick, swindle) | απάτη, κομπίνα ουσ θηλ |
confidence trick, confidence game n | (scam, fraudulent act) | απάτη ουσ θηλ |
| (αποδοκιμασίας, καθομ) | απατεωνιά, κομπίνα ουσ θηλ |
conjuring trick n | (making [sth] appear as if by magic) (εμφάνισης ή εξαφάνισης) | μαγικό κόλπο επίθ + ουσ ουδ |
dirty trick n | slang (act: unfair, dishonest) (καθομιλουμένη) | βρομοδουλειά, απατεωνιά ουσ θηλ |
| (καθομιλουμένη) | μπαγαποντιά, μπαγαμποντιά, παγαποντιά ουσ θηλ |
| He's a con artist, so watch out for his dirty tricks. |
| Είναι επαγγελματίας απατεώνας. Γι’ αυτό έχε το νου σου για τις παγαποντιές του. |
do the trick expr | informal (be sufficient for) (μεταφορικά) | κάνω ρ αμ |
| | είμαι αρκετός ρ έκφρ |
| | φτάνω ρ αμ |
| (μεταφορικά) | κάνω τη δουλειά έκφρ |
| If you want to cure toothache, a dab of clove oil often does the trick. |
hat trick, hat-trick n | figurative (sport: scoring three goals) | χατ τρικ έκφρ |
Σχόλιο: ξενικό,άκλιτο | | He made it a hat trick by scoring his third goal just before the final whistle. |
hat trick, hat-trick n | figurative (three successes) | χατ τρικ έκφρ |
Σχόλιο: ξενικό,άκλιτο | | I just need one more to get a hat trick. |
hat trick, hat-trick n | (magic: pulling [sth] from a hat) | κόλπο όπου μάγος τραβά κάτι μέσα από καπέλο έκφρ |
| The magician's hat trick drew wild applause from the audience. |
magic trick n | (conjuring trick, illusion) | μαγικό κόλπο έκφρ |
| The magic trick made the white rabbit seem to disappear. |
skate trick n | (skateboarding feat) | κόλπο στο σκέιτ, ακροβατικό με σκέιτ περίφρ |
trick or treat, trick-or-treat n | (Halloween tradition) | έθιμο του Χαλοουίν |
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. | | Trick or treat's the only thing I like about Hallowe'en. |
Trick or treat! interj | (at Halloween) (σπάνιο) | φάρσα ή κέρασμα περίφρ |
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. | | The kids knocked on the door and shouted: "Trick or treat!" |
| Τα παιδιά χτύπησαν την πόρτα και φώναξαν: «Φάρσα ή κέρασμα!» |
trick question n | ([sth] asked to mislead or incriminate [sb]) | ερώτηση παγίδα φρ ως ουσ θηλ |
trick-or-treating n | (Halloween custom: going door to door) | φάρσα ή κέρασμα έκφρ |
| Last year, I took my brother trick-or-treating. |
Ο όρος 'trick' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|