Σε αυτή τη σελίδα: conjuring, conjure

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
conjuring n (magic trick: making things appear)μαγικό νούμερο εξαφάνισης περίφρ
 The amateur magician was practicing conjuring.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
conjure [sth] vtr figurative (produce magically)εμφανίζω ρ μ
  (από το πουθενά, από το τίποτα)δημιουργώ ρ μ
 The man conjured a dove out of thin air.
conjure vi (do magic tricks)κάνω μαγικά, κάνω ταχυδακτυλουργικά περίφρ
  (συχνά στο λόγο)τα μαγικά, τα ταχυδακτυλουργικά έκφρ
 The magician fascinated the children by conjuring.
 Ο μάγος συνάρπασε τα παιδιά με τα μαγικά του.
conjure [sth] vtr figurative (call to mind)φέρνω στο νου έκφρ
  (μεταφορικά)ξυπνώ ρ μ
 The scenery conjured a vacation I took years ago in Hawaii.
conjure [sth] vtr figurative (produce unexpectedlly) (από το πουθενά, από το τίποτα)δημιουργώ ρ μ
 The store clerk suddenly conjured a pair of shoes in my size.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
conjure | conjuring
ΑγγλικάΕλληνικά
conjure [sth/sb] up,
conjure up [sth/sb]
vtr phrasal sep
(magic: make appear) (κυρίως για ταχυδακτυλουργίες)εμφανίζω, βγάζω ρ μ
  (ως διά μαγείας)παρουσιάζω ρ μ
 The audience yawned as the magician conjured up yet another rabbit from the hat.
 Το κοινό έμεινε με το στόμα ανοιχτό, την ώρα που ο μάγος έβγαλε ακόμη έναν λαγό από το καπέλο.
conjure [sth] up,
conjure up [sth]
vtr phrasal sep
figurative (evoke)καλώ, επικαλούμαι ρ μ
  κάνω επίκληση σε κτ περίφρ
 The movie conjures up the excitement of being a teenager in 1960s London.
conjure [sth] up,
conjure up [sth]
vtr phrasal sep
figurative (produce)βρίσκω ρ μ
  εμφανίζω ως δια μαγείας έκφρ
  κάνω κτ ως δια μαγείας έκφρ
Σχόλιο: RN: Elina
 Despite being outplayed in every way, the team still managed to conjure up enough goals to win the match.
 Αν και οι αντίπαλοι υπερείχαν από κάθε άποψη, η ομάδα κατάφερε παρ' όλα αυτά να πετύχει ως δια μαγείας αρκετά γκολ για να κερδίσει το παιχνίδι.
conjure [sth] up,
conjure up [sth]
vtr phrasal sep
figurative, informal (invent) (μεταφορικά)φέρνω στο μυαλό έκφρ
 She conjured up several excuses, but none of them was credible.
 Έφερε στο μυαλό της μερικές δικαιολογίες αλλά καμιά δεν ήταν πιστευτή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
conjuring | conjure
ΑγγλικάΕλληνικά
conjuring trick n (making [sth] appear as if by magic) (εμφάνισης ή εξαφάνισης)μαγικό κόλπο επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'conjuring' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση conjuring στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «conjuring».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!