ridden

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrɪdən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈrɪdən/ ,USA pronunciation: respelling(rid′n)

From the verb ride: (⇒ conjugate)
ridden is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: ridden, ride

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ridden,
-ridden
adj
(afflicted with: debt, etc.)που έχει πολλά... περίφρ
  γεμάτος με... περίφρ
  (μεταφορικά: χρέη)που είναι πνιγμένος σε... περίφρ
Σχόλιο: Used in combination
 Susan's debt-ridden father declared himself bankrupt.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ride [sth]⇒ vtr (travel by: bicycle, motorbike)πηγαίνω με κτ ρ αμ + πρόθ
 He rides his bike to school every day.
 Πηγαίνει καθημερινά με το ποδήλατο στο σχολείο.
ride [sth] vtr (travel by: bus, train)παίρνω ρ μ
  πηγαίνω με κτ ρ αμ + πρόθ
 I ride the bus into work every day.
 Παίρνω το λεωφορείο για να πάω καθημερινά στη δουλειά.
ride [sth] vtr (go on: a horse)καβαλάω, καβαλώ ρ μ
  ιππεύω ρ μ
 The girls love to ride horses.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έχεις ξανακαβαλήσει πόνυ, ή είναι η πρώτη σου φορά;
ride [sth] vtr (jockey)ιππεύω ρ μ
 The jockey was riding the favourite horse.
 Ο τζόκεϊ ίππευε το αγαπημένο του άλογο.
ride⇒ vi (go on horseback)ιππεύω ρ αμ
  (ως χόμπυ)κάνω ιππασία έκφρ
 She loves to ride and has her own horse.
 Της αρέσει να κάνει ιππασία και έχει δικό της άλογο.
ride n US, informal (transport: lift in a vehicle)πηγαίνω, πάω ρ μ
  πηγαίνω με το αυτοκίνητο, πάω με το αυτοκίνητο έκφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πετάω ρ μ
  πετάω με το αυτοκίνητο έκφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία στη δομή της πρότασης.
 Thanks for the ride! I'd never have made it here on time without it.
 Ευχαριστώ που με πήγες! Δεν θα προλάβαινα με τίποτα χωρίς εσένα.
ride n (fairground attraction) (μεταφορικά)παιχνίδι ουσ ουδ
  (με ράγες και βαγόνια)τρενάκι ουσ ουδ
 The Ferris wheel is my favourite ride at the park.
 H ρόδα είναι το αγαπημένο μου παιχνίδι στο λούνα παρκ.
ride n informal (trip)διαδρομή ουσ θηλ
  (καθομ: σύντομη διάρκεια)βόλτα ουσ θηλ
 It was an enjoyable ride through the mountains of West Virginia.
 Ήταν μια ευχάριστη διαδρομή μέσα από τα βουνά της Δυτικής Βιρτζίνια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ride n US, slang (car, truck) (αργκό, παλαιό)κούρσα ουσ θηλ
  αυτοκίνητο ουσ ουδ
  αμάξι ουσ ουδ
 Man, you have a nice ride! When did you get that car?
ride n US, informal (person: providing lift in vehicle)αυτός που θα με πάει
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 There's Emily; she's my ride, so I have to go.
 Να η Έμιλη. Θα με πάει εκείνη οπότε πρέπει να φύγω.
ride n (path for horse riding)μονοπάτι για ιππασία φρ ως ουσ ουδ
  (πιο απλά)μονοπάτι ουσ ουδ
ride [sb] to do [sth] v expr US, informal, figurative (harass) (καθομ: σε κπ για να κάνει κτ)τα πρήζω έκφρ
  (καθομ: κάποιον για να κάνει κτ)πρήζω ρ μ
 She kept riding him to get him to follow the rules.
 Συνέχισε να του τα πρήζει για να τον κάνει να ακολουθήσει τους κανόνες.
ride,
ride up
vi
(clothing: shift upwards) (μεταφορικά)ανεβαίνω ρ αμ
 His pants tend to ride on his hips.
ride⇒ vi (travel by vehicle)οδηγώ ρ μ
  (γενικά)καλύπτω απόσταση περίφρ
  (καθομιλουμένη)κάνω ρ μ
 We rode for 50 miles but then the car broke down.
 Είχαμε οδηγήσει 50 μίλια όταν χάλασε το αυτοκίνητο.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είχα κάνει 10 χιλιόμετρα όταν μου έσκασε το λάστιχο του ποδηλάτου.
ride vi (be supported or carried) (πάνω σε κάτι)κινούμαι ρ αμ
 The conveyor belt rides on a series of rollers.
ride vi (lie at anchor)είμαι αγκυροβολημένος ρ έκφρ
 There was a fishing boat riding in the bay.
ride vi (automobile: perform)κινούμαι ρ αμ
  (μεταφορικά)πηγαίνω, πάω, προχωράω ρ αμ
 This new car rides so smoothly!
ride on [sth] vi + prep (be carried)είμαι καβάλα σε κτ περίφρ
  πηγαίνω καβάλα σε κτ περίφρ
  καβαλάω ρ μ
 His son likes to ride on his shoulders.
ride [sb]⇒ vtr usually passive (fill, overwhelm: with an emotion) (μεταφορικά)με πνίγει, με βαραίνει έκφρ
 He was ridden with anxiety about his exams.
 Τον έχει πνίξει το άγχος για τις εξετάσεις του.
ride [sth]⇒ vtr (travel, traverse: distance)καλύπτω απόσταση περίφρ
  (καθομ, μεταφορικά)κάνω ρ μ
 We rode 30 km today on our bikes.
 Σήμερα, καλύψαμε απόσταση 30 χιλιομέτρων με τα ποδήλατά μας.
 Σήμερα, κάναμε 30 χιλιομέτρα με τα ποδήλατά μας.
ride [sb]⇒ vtr (carry)κουβαλάω στους ώμους μου περίφρ
  βάζω καβάλα στους ώμους μου περίφρ
  (στους ώμους)σηκώνω, παίρνω ρ μ
 I ride my son on my shoulders.
 Κουβαλάω το γιο μου στους ώμους μου.
 Βάζω το γιο μου καβάλα στους ώμους μου.
ride [sth]⇒ vtr (be carried on: water, wave)καβαλάω ρ μ
 The surfer rode the wave.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ride | ridden
ΑγγλικάΕλληνικά
ride away vi phrasal (leave on cycle or motorbike)φεύγω ρ αμ
  (κατά λέξη)φεύγω με μηχανή έκφρ
 Jaz climbed on his bike, revved his engine and rode away.
ride off vi phrasal (leave on cycle or motorbike)φεύγω ρ αμ
  (κατά λέξη)φεύγω με μηχανή έκφρ
 The delivery man handed me the pizza and rode off.
ride on [sth] vtr phrasal insep informal, figurative (be at stake in) (μεταφορικά, καθομ)παίζομαι ρ αμ
 There's a lot riding on the outcome of this contest - not least, my reputation!
 Παίζονται πολλά σε αυτό το διαγωνισμό, με πρώτο και καλύτερο τη φήμη μου!
ride [sth] out,
ride out [sth]
vtr phrasal sep
(endure)αντεπεξέρχομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  περιμένω να περάσει κτ έκφρ
  (δυσκολία)αντέχω, υπομένω ρ μ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)επιζώ ρ αμ
 We rode out the bad weather in the cabin.
 Περιμέναμε στο σπιτάκι να περάσει η κακοκαιρία.
ride up vi phrasal (clothing: move upwards) (ρούχα)ανεβαίνω ρ αμ
 This short skirt rides up when I sit down.
 Αυτή η μίνι φούστα ανεβαίνει όταν κάθομαι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ridden | ride
ΑγγλικάΕλληνικά
angst-ridden adj (extremely anxious)αγχωμένος επίθ
  (εμφατικός τύπος: άτομο)κατααγχωμένος επίθ
bedridden,
bed-ridden,
bedbound,
bed-bound
adj
(confined to bed) (επίσημο)κλινήρης επίθ
  (καθομιλουμένη)κατάκοιτος επίθ
  στο κρεβάτι, καθηλωμένος στο κρεβάτι περίφρ
 My mother is bedridden with severe arthritis.
bug-ridden adj (full of insects)γεμάτος έντομα φρ ως επίθ
debt ridden,
debt-ridden
adj
(overly indebted)υπερχρεωμένος επίθ
disease-ridden,
disease ridden
adj
(afflicted by illness)γεμάτος αρρώστιες περίφρ
  μολυσματικός επίθ
guilt-ridden,
guilt ridden
adj
(feeling very guilty)που νιώθει τύψεις περίφρ
  (μεταφορικά)που τον κυνηγάνε οι ερινύες περίφρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
jargon-ridden adj (full of specialized language)γεμάτος με όρους ζαργκόν φρ ως επίθ
  γεμάτος τεχνική ορολογία φρ ως επίθ
ridden with,
ridden with [sth]
adj + prep
(afflicted by: a disease, etc.)που έχει προσβληθεί από κτ έκφρ
ridden with,
ridden with [sth]
adj + prep
(full of: [sth] bad)που έχει κατακλυστεί από κτ έκφρ
  γεμάτος από κτ έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ridden' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ridden στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ridden».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!