Listen:
Inflections of 'plot ' (v ): (⇒ conjugate )plots v 3rd person singular plotting v pres p plotted v past plotted v past p
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Κύριες μεταφράσεις
plot n (story: of a novel, film, etc.) πλοκή ουσ θηλ
The plot of this film is predictable.
Η πλοκή αυτής της ταινίας είναι προβλέψιμη.
plot n (conspiracy) συνωμοσία ουσ θηλ
σκευωρία, πλεκτάνη ουσ θηλ
Don fears that he is the victim of a plot.
Ο Ντον φοβάται ότι είναι θύμα συνωμοσίας.
plot n (secret plan) σχέδιο ουσ ουδ
Their plot to surprise him for his birthday was ruined when he overheard them planning the party.
Το σχέδιο που είχαν να του κάνουν έκπληξη για τα γενέθλιά του καταστράφηκε όταν τους κρυφάκουσε να μιλάνε για το πάρτι.
plot n (area of land: patch) κομμάτι γης φρ ως ουσ ουδ
(πιο απλά ) χωράφι ουσ ουδ
There's a nice plot at the bottom of the garden that I plan to turn into a vegetable patch.
Υπάρχει ένα ωραίο κομμάτι γης στο κάτω μέρος του κήπου, το οποίο σκοπεύω να μετατρέψω σε λαχανόκηπο.
plot, plot of land n (piece of land: lot) οικόπεδο ουσ ουδ
The developer owned five plots on which he planned to build new houses.
Ο κατασκευαστής είναι ιδιοκτήτης πέντε οικοπέδων στα οποία σκοπεύει να χτίσει σπίτια.
plot [sth] ⇒ vtr (plan) μηχανορραφώ ρ αμ
The opposition is plotting a takeover.
Οι αντίπαλοι μηχανορραφούν για να υφαρπάξουν την εξουσία.
plot to do [sth] v expr (conspire) συνωμοτώ για να κάνω κτ ρ αμ
He plotted to get his boss sacked.
Συνωμοτεί για να κάνει το αφεντικό του να απολυθεί.
plot [sth] vtr (mark out, measure) χαράσσω ρ μ
The captain plotted the ship's course on the map.
Ο καπετάνιος χάραξε τη ρότα του πλοίου στον χάρτη.
plot [sth] vtr (mark results on graph) (σε γράφημα ) επισημαίνω ρ μ
σημειώνω ρ μ
(ζαργκόν ) πλοτάρω ρ μ
Bonnie plotted the points on a graph.
Η Μπόνι επισήμανε τα σημεία στη γραφική παράσταση.
Επιπλέον μεταφράσεις
plot n (grave) τάφος ουσ αρσ
Grandpa was buried in the family plot.
plot n (graph) γράφημα ουσ ουδ
γραφική παράσταση επίθ + ουσ θηλ
The plot showed where supply and demand converged.
Το γράφημα έδειξε το σημείο όπου συγκλίνουν η προσφορά με τη ζήτηση.
plot n (floor plan) σχέδιο ουσ ουδ
(επίσημο: οριζόντια τομή ) κάτοψη ουσ θηλ
We will need a plot of the building to calculate the useful area.
Θα χρειαστούμε κάτοψη του κτηρίου, για να υπολογίσουμε την ωφέλιμη επιφάνεια.
plot n (graphic array) γραφική απεικόνιση, γραφική παράσταση επίθ + ουσ θηλ
γράφημα ουσ ουδ
The salesman showed his managers a colorful plot of the past quarter's sales.
Ο πωλητής έδειξε στους ανωτέρους του ένα έγχρωμο γράφημα των πωλήσεων του περασμένου τριμήνου.
plot n (chart for ship or plane's course) χάρτης πορείας πλοίου ή αεροπλάνου
Σχόλιο : Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. The captain studied the plot carefully and decided to alter the course.
plot [sth] , plot [sth] on [sth] ⇒ vtr (mark curve on a graph) σχεδιάζω, χαράσσω ρ μ
(ζαργκόν ) πλοτάρω ρ μ
Plot the line on the graph.
Σχεδίασε την ευθεία στο γράφημα.
plot [sth] , plot [sth] on [sth] vtr (make graph of an equation) (πολλά σημεία ) κάνω γραφική παράσταση περίφρ
(ένα σημείο ) σημειώνω ρ μ
Plot the solution on the graph.
Σημείωσε τη λύση στο γράφημα.
plot [sth] ⇒ vtr (devise the story for: a novel, etc.) επινοώ ρ μ
σκέφτομαι ρ μ
(καθομιλουμένη ) σκαρώνω ρ μ
The writer plotted his first novel when he was 16.
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Ο όρος 'plot ' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: