Σε αυτή τη σελίδα: foiled, foil

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
foiled adj (plot, plan: thwarted, failed)που απέτυχε περίφρ
  που δεν ευοδώθηκε περίφρ
  (προσπάθεια, απόπειρα)αποτυχημένος επίθ
 Fireworks on 5th November commemorate the foiled plot to blow up Parliament.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
foil n (silver paper used for baking)αλουμινόχαρτο ουσ ουδ
 Karen wrapped the potatoes in foil and roasted them on the fire.
 Η Κάρεν τύλιξε τις πατάτες σε αλουμινόχαρτο και τις έψησε στη φωτιά.
foil [sth] vtr (stop [sb]'s plans)ματαιώνω, ακυρώνω ρ μ
  (καθομιλουμένη)χαλάω ρ μ
 The bad weather foiled Tom's plans.
 Ο κακός καιρός ματαίωσε τα σχέδια του Τομ.
foil [sb] vtr often passive (stop the plans of) (κάποιου, σε κάποιον)χαλάω τα σχέδια έκφρ
  (καθομ: σε κάποιον)το χαλάω έκφρ
 Rachel was trying to sneak out, but she was foiled by her little brother.
 Η Ρέιτσελ προσπαθούσε να το σκάσει, αλλά ο μικρός αδερφός της της χάλασε τα σχέδια.
 Η Ρέιτσελ προσπαθούσε να το σκάσει, αλλά ο μικρός αδερφός της της το χάλασε.
foil n (thin metal)φύλλο ουσ ουδ
 The spaceship's equipment was wrapped in gold foil to protect it from radiation.
 Ο εξοπλισμός του διαστημόπλοιου ήταν καλυμμένος με φύλλα χρυσού για να το προστατεύει από την ακτινοβολία.
foil n (fencing weapon)ξίφος ουσ ουδ
  (άθλημα, ξιφασκία)foil ουσ ουδ άκλ
 The fencer struck at his opponent with his foil.
 Ο ξιφομάχος χτύπησε τον αντίπαλό του με το ξίφος του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
foil n (literature)χαρακτήρας κατ' αντίστιξη περίφρ
 Shaun acted as the foil to the main character in the story.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
foil | foiled
ΑγγλικάΕλληνικά
aluminum foil (US),
aluminium foil (UK),
tin foil (UK)
n
(silver paper used for baking)αλουμινόχαρτο ουσ ουδ
 We wrapped up our food with aluminum foil.
gold foil n (sheet of gold)λεπτό φύλλο χρυσού ουσ ουδ
 He is so rich, he gave her a present wrapped in gold foil.
literary foil n (complementary or contrasting character)αντίθετος χαρακτήρας επίθ + ουσ θηλ
  (λόγιος)κατ' αντίστιξη χαρακτήρας φρ ως ουσ αρσ
silver foil n UK, dated (aluminum foil)αλουμινόχαρτο ουσ ουδ
tinfoil,
tin-foil
n
(aluminium foil, silver paper)αλουμινόχαρτο ουσ ουδ
 Wrap the potatoes in tinfoil and bake them at 425 degrees Fahrenheit.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση foiled στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «foiled».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!