WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| hover⇒ vi | (hang in air) | αιωρούμαι ρ αμ |
| | (λόγιος: με γενική) | υπερίπταμαι ρ αμ |
| | The helicopter hovered above the baseball stadium. |
| | Το ελικόπτερο υπερίπτατο του γηπέδου του μπέιζμπωλ. |
| hover vi | figurative (loiter) | περιφέρομαι ρ αμ |
| | | τριγυρίζω, τριγυρνάω ρ αμ |
| | Four youths seen hovering in the vicinity of the incident were arrested by police. |
| | Τέσσερα νεαρά άτομα που εθεάθησαν να περιφέρονται στην περιοχή όπου έγινε το περιστατικό συνελήφθησαν από την αστυνομία. |
| hover vi | figurative (hesitate) | κοντοστέκομαι ρ αμ |
| | Peter hovered at the door for a moment before going inside. |
| | Ο Πήτερ κοντοστάθηκε στην πόρτα για ένα λεπτό πριν μπει μέσα. |
| hover vi | (level, amount: stay the same) (επίσημο) | κυμαίνομαι περί το έκφρ |
| | | βρίσκομαι γύρω στο έκφρ |
| | | είμαι γύρω στο έκφρ |
| | The growth rate is hovering at about 1% this year. |
| | Ο ρυθμός κυμαίνεται περί το 10% αυτό τον χρόνο. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Phrasal verbs
|
hover around, also UK: hover about vi phrasal | figurative (wait nearby) (κοντά σε κάτι) | τριγυρίζω, περιφέρομαι ρ αμ |
| | (κάτι) | περιτριγυρίζω ρ μ |
| | (μτφ: κάποιον) | στέκομαι πάνω από κπ, στέκομαι πάνω από το κεφάλι κπ έκφρ |
| hover over [sth/sb] vtr phrasal insep | (float, be suspended above) | αιωρούμαι πάνω από περίφρ |
| | (λόγιος: με γενική) | υπερίπταμαι ρ αμ |
| | A police helicopter hovered over the building in which the terrorists had taken refuge. |
| | Ένα ελικόπτερο της αστυνομίας αιωρείτο πάνω από το κτίριο όπου είχαν βρει καταφύγιο οι τρομοκράτες. |
| | Ένα ελικόπτερο της αστυνομίας υπερίπτατο του κτιρίου όπου είχαν βρει καταφύγιο οι τρομοκράτες. |
| hover over [sb] vtr phrasal insep | figurative (attend or supervise impatiently) (μεταφορικά) | στέκομαι πάνω από κπ, στέκομαι πάνω από το κεφάλι κάποιου περίφρ |
| | | τριγυρίζω ρ μ |
| | | περιτριγυρίζω ρ μ |
| | Jeff's new boss was always hovering over him and making him feel uncomfortable and nervous. |
| | Το αφεντικό του Τζεφ στεκόταν από πάνω του όλη την ώρα και τον έκανε να αισθάνεται άβολα και να αγχώνεται. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: