housewife

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhaʊswaɪf/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈhaʊsˌwaɪf/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(houswīf′ or, usually, huzif for 2)


Inflections of 'housewife' (n): npl: housewives
Inflections of 'housewife' (v): (⇒ conjugate)
housewifes
v 3rd person singular
housewifing
v pres p
housewifed
v past
housewifed
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
housewife n dated (married woman: homemaker)νοικοκυρά ουσ θηλ
  (αναφορά ως επάγγελμα)ασχολούμαι με τα οικιακά περίφρ
 Zoe would rather pursue a career than to go and become a housewife.
 Η Ζωή προτιμούσε να κάνει καριέρα από το να πάει να γίνει νοικοκυρά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
housewife [sth] vtr dated (manage resources skilfully)διαχειρίζομαι αποδοτικά ρ μ + επίρ
  διαχειρίζομαι με τον καλύτερο τρόπο περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'housewife' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: she [makes, is] a good housewife, just want a good housewife, is a stay-at-home housewife, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση housewife στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «housewife».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!