distributed

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈstrɪbjuːtɪd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(di strib′yŏŏ tid)

From the verb distribute: (⇒ conjugate)
distributed is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: distributed, distribute

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
distributed,
-distributed
adj
(spread throughout)διανεμημένος μτχ πρκ
  κατανεμημένος μτχ πρκ
  διάχυτος επίθ
Σχόλιο: Usually used in combination: e.g., evenly distributed
distributed adj (computing: done by multiple computers)κατανεμημένος μτχ πρκ
distributed adj (phonetics: relating to a tongue position)κατανεμημένος μτχ πρκ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
distribute [sth]⇒ vtr (hand out)διανέμω ρ μ
  μοιράζω ρ μ
  κάνω διανομή περίφρ
 They're paying me an hourly rate to distribute these flyers.
 Με πληρώνουν με ωρομίσθιο για να διανέμω αυτά τα φυλλάδια.
distribute [sth] to [sb] vtr + prep (hand out)μοιράζω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  διανέμω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 The teacher distributed handouts to everyone in the class.
distribute [sth] vtr (divide, share)κατανέμω ρ μ
  διαμοιράζω ρ μ
  μοιράζω ρ μ
 The party promised to tax the rich more heavily and distribute the wealth more fairly.
 Το κόμμα υποσχέθηκε να φορολογήσει περισσότερο τους πλούσιους και να κατανείμει πιο δίκαια τον πλούτο.
distribute [sth] among [sb/sth] vtr + prep (divide, share) (σε άλλους)μοιράζω κτ ανάμεσα σε κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  κατανέμω κτ ανάμεσα σε κπ/κτ έκφρ
  (εγώ με άλλους)μοιράζομαι κτ με κπ ρ μ + πρόθ
  (το αγαθό)μοιράζομαι ανάμεσα σε κπ/κτ, κατανέμομαι ανάμεσα σε κπ/κτ έκφρ
Σχόλιο: Για να δείξουμε μοιρασιά σε ίσα μέρη, χρησιμοποιείται συχνά το ρήμα «ισομοιράζω».
 The estate was distributed equally among the four children.
 Η περιουσία μοιράστηκε σε ίσα μέρη ανάμεσα στα τέσσερα παιδιά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'distributed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση distributed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «distributed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!