WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| convey [sth]⇒ vtr | figurative (communicate) (επικοινωνώ) | εκφράζω ρ μ |
| | | μεταφέρω ρ μ |
| | (μήνυμα) | μεταβιβάζω, διαβιβάζω ρ μ |
| | He has difficulty conveying his thoughts to the rest of the group. |
| | Δυσκολεύεται να εκφράσει τις σκέψεις του στους υπόλοιπους της ομάδας. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Σας μεταφέρω τους χαιρετισμούς του προέδρου. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Σας μεταβιβάζω (or: διαβιβάζω) τους χαιρετισμούς του προέδρου. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| convey [sth] vtr | (transmit) | μεταφέρω ρ μ |
| | These pipes convey water to the boiler. |
| | Αυτοί οι σωλήνες μεταφέρουν νερό στον λέβητα. |
| convey [sth] vtr | (transport) | μεταφέρω ρ μ |
| | The assembly line conveyed the parts to the next station. |
| | Η γραμμή συναρμολογήσεως μετέφερε τα εξαρτήματα στην επόμενη θέση. |
| convey [sth] vtr | (suggest) | εκφράζω ρ μ |
| | This passage conveys a suspenseful tone. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτό που εκφράζει το ποίημά της είναι η αγωνία της για τις μελλοντικές γενιές. |