|
|
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
| buggered adj | vulgar, potentially offensive, UK (ruined, spoiled) | κατεστραμμένος μτχ πρκ |
| | | χάλια επίρ |
| | (καθομιλουμένη, προσβλητικό) | σκατά ουσ ουδ πλ |
| buggered adj | vulgar, potentially offensive, UK (person: exhausted) | εξουθενωμένος μτχ πρκ |
| | (μεταφορικά, καθομιλουμένη) | κομμάτια ουσ ουδ πλ |
| | | πτώμα, χώμα ουσ ως επίθ |
| buggered adj | vulgar, potentially offensive, UK (damned) | καταραμένος μτχ πρκ |
| | | αναθεματισμένος μτχ πρκ |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
| bugger interj | vulgar, offensive, informal, UK (damn) (καθομ, υβριστικό) | γαμώτο επιφ |
| | Bugger! My car won't start! |
| little bugger n | vulgar, potentially offensive, informal, UK (annoying child) (καθομ, μειωτικό) | μπάσταρδο ουσ ουδ |
| | (καθομ, προσβλητικό) | κωλόπαιδο, σκατόπαιδο ουσ ουδ |
| | Did you see that little bugger who ran down the hall? |
| | Είδες εκείνο το μικρό μπάσταρδο που έτρεχε στον διάδρομο; |
| little bugger n | vulgar, potentially offensive, informal (affectionate term: boy, animal) (καθομ, μεταφορικά, άκομψο) | σκατούλι, σκατουλάκι ουσ ουδ |
| | (καθομ, μεταφορικά) | άτιμος, ατιμούλης επίθ ως ουσ |
| | Look at this possum; he's a cute little bugger, isn't he? |
| | Κοίτα αυτό το μαρσιπόμυ. Είναι γλυκούλι το σκατούλι, έτσι δεν είναι; |
| | Κοίτα αυτό το μαρσιπόμυ. Είναι γλυκούλι το άτιμο, έτσι δεν είναι; |
| bugger n | vulgar, potentially offensive, informal, UK (thing: awkward, frustrating) | μπελάς ουσ ως επίθ |
| | I don't like using the sieve because it's a bugger to clean. |
| | Δεν μου αρέσει να χρησιμοποιώ αυτό το σουρωτήρι γιατί είναι μπελάς στο καθάρισμα. |
| bugger [sb]⇒ vtr | vulgar, offensive, UK (sodomize) (αργκό, χυδαίο) | παίρνω κπ πισωκολλητό έκφρ |
| | (αργκό, χυδαίο) | παίρνω κπ από τον κώλο, παίρνω κπ από πίσω έκφρ |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| bugger n | vulgar, offensive, informal (character, fellow) (καθομ, υβριστικό) | μαλάκας ουσ αρσ |
| | That Frank is an odd bugger. |
| bugger n | dated, pejorative, offensive!!, informal, UK (gay: used as insult) (καθομιλουμένη, υβριστικό) | αδερφή, αδερφάρα ουσ θηλ |
| | (καθομιλουμένη, υβριστικό) | πισωγλέντης ουσ αρσ |
| bugger [sth]⇒ vtr | vulgar, informal, UK (ruin [sth]) | καταστρέφω ρ μ |
| | (αργκό, υβριστικό) | κάνω κτ κώλο έκφρ |
| | | κάνω κτ πουτάνα έκφρ |
| | Downloading that corrupt file has buggered my laptop. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: Phrasal verbs bugger | buggered |
| bugger off vi phrasal | vulgar, offensive, informal, UK (go away) | φεύγω ρ αμ |
| | (καθομιλουμένη, προσβλητικό) | πάω να χαθώ, του δίνω, πάω στα τσακίδια, παίρνω δρόμο έκφρ |
| | (αργκό, μεταφορικά) | την κάνω έκφρ |
| | My little brother was being such a pest, I told him to bugger off. |
| | Ο μικρός αδελφός μου ήταν τόσο ενοχλητικός που του είπα να πάει στα τσακίδια. |
| bugger off vi phrasal | vulgar, potentially offensive, informal, UK (escape responsibility) (αργκό) | την κάνω έκφρ |
| | (καθομιλουμένη) | την κοπανάω έκφρ |
| | The children's father buggered off when they were little, leaving their mum to raise them alone. |
bugger [sth] up, bugger up [sth] vtr phrasal sep | vulgar, potentially offensive, informal, UK (bungle) (καθομιλουμένη, προσβητικό) | τα σκατώνω έκφρ |
| | (καθομιλουμένη, προσβητικό) | σκατώνω ρ μ |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
|
|