WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| affect [sb/sth]⇒ vtr | (have an effect on) (κάποιον/κάτι) | επηρεάζω ρ μ |
| | (σε κάποιον/σε κάτι) | επιδρώ ρ αμ |
| | (αρνητική έννοια) | θίγω ρ. μετ |
| | The government's plan will affect a lot of people. |
| | Το σχέδιο της κυβέρνησης θα επηρεάσει πολλούς ανθρώπους. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το νέο φάρμακο επιδρά απευθείας στον εγκέφαλο. |
| | Το σχέδιο της κυβέρνησης θα θίξει πολλούς ανθρώπους. |
| affect [sb]⇒ vtr | (touch emotionally) | επηρεάζω ρ μ |
| | | συγκινώ ρ μ |
| | (μεταφορικά) | αγγίζω ρ μ |
| | The film about a cancer survivor affected me deeply. |
| | Η ταινία για έναν άνθρωπο που επέζησε από καρκίνο με επηρέασε βαθιά. |
| affect [sth]⇒ vtr | (pretend to have, feel) | προσποιούμαι ότι έχω περίφρ |
| | | παριστάνω ότι έχω, κάνω ότι έχω περίφρ |
| | Pierre sometimes affects a southern accent. |
| | Ο Πιέρ μερικές φορές προσποιείται ότι έχει προφορά του νότου. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| affect n | (psychology: associated emotion) | θυμικό ουσ ουδ |
| | Affect, unlike emotion, is instinctive. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: