• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: AF, Af

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
AF,
A.F.
n
initialism (military: air force) (σντμ: πολεμική αεροπορία)Π.Α. ουσ θηλ άκλ
AF,
A.F.
n
initialism (physics: audio frequency) (επιστήμη: φυσική, επικοινωνίες)ακουστική συχνότητα επίθ + ουσ θηλ
AF,
A.F.
n
initialism (language: Anglo-French)διάλεκτος, παραλλαγή της αγγλονορμανδικής γλώσσας
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
AF n initialism (autofocus)αυτόματη εστίαση επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
AF,
af
adv
vulgar, informal, initialism (as fuck) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)τρελά επίρ
  (αργκό: σε ορισμένες περιπτώσεις)AF επίρ
 Erin runs for an hour every day so she's fit AF!
AF,
A.F.
n
initialism (Asian female)Ασιάτισσα ουσ θηλ κυρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Af,
Af.
adj
written, abbreviation (African) (άτομο)αφρικανός επίθ
  (ο,τιδήποτε άλλο)αφρικάνικος επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση AF στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «AF».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!