affectation

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌæfɛkˈteɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˌæfɛkˈteɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(af′ek tā′shən)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
affectation n (pretentious mannerism)δήθεν συμπεριφορά περίφρ
  δήθεν επίθ άκλ
  (συνήθως πληθυντικός)καπρίτσιο, κόλπο, νάζι ουσ ουδ
  (αργκό)δηθενιά ουσ θηλ
 She picked up many affectations from her aunt, who is an actress.
 Αντέγραψε κάποιες πολύ δήθεν συμπεριφορές από τη θεία της που είναι ηθοποιός.
affectation n (pretence, simulation)προσποίηση ουσ θηλ
 Affectation is usual in teenagers who try to act grown-up.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'affectation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση affectation στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «affectation».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!