activity

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ækˈtɪvɪti/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ækˈtɪvɪti/ ,USA pronunciation: respelling(ak tivi tē)

Inflections of 'activity' (n): npl: activities
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
activity n countable (action) (πράξη)δραστηριότητα ουσ θηλ
 The company's illegal activities got it in trouble with the police.
 Οι παράνομες δραστηριότητες της εταιρίας, της δημιούργησαν προβλήματα με την αστυνομία.
activity n uncountable (liveliness, energy) (ενεργητικότητα)ζωντάνια ουσ θηλ
 The activity on the playground reflected the children's happy spirits.
 Η ζωντάνια στην παιδική χαρά αντικατόπτριζε τη χαρούμενη διάθεση των παιδιών.
activity n (occupation)δραστηριότητα, απασχόληση ουσ θηλ
 The principal activity of a book reviewer is reading.
 Η βασική δραστηριότητα ενός κριτικού βιβλίων είναι η ανάγνωση.
activity n countable (children's, school)δραστηριότητα ουσ θηλ
 The pre-school had many activities to keep the kids occupied.
 Ο παιδικός σταθμός έχει πολλές δραστηριότητες για να απασχολούνται τα παιδιά.
activity n uncountable (work)δραστηριότητα, κινητικότητα ουσ θηλ
  κίνηση ουσ θηλ
 The activity on the shop floor appears disorganized, but the workers are building automobiles efficiently.
 Η δραστηριότητα στις εγκαταστάσεις παραγωγής φαίνεται ανοργάνωτη, ωστόσο οι εργάτες κατασκευάζουν αυτοκίνητα με αποτελεσματικότητα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
activity n (pastime, hobby)δραστηριότητα ουσ θηλ
 His favourite activity was playing golf.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
activity holiday n (vacation with planned activities)διακοπές με δραστηριότητες φρ ως ουσ θηλ
center of activity (US),
centre of activity (UK)
n
(where action takes place)το κέντρο της δράσης περίφρ
 The Telegraph Station in Alice Springs became the centre of activity in the area.
flurry of activity n (sudden commotion)ξαφνική αναστάτωση επίθ + ουσ θηλ
  έντονη δραστηριότητα επίθ + ουσ θηλ
  έντονη κινητικότητα επίθ + ουσ θηλ
 There was a flurry of activity in the office when the boss arrived.
hive of activity n figurative (place: busy, lively) (μεταφορικά)μελίσσι ουσ ουδ
 Every Sunday the church building turned into a hive of activity.
human activity n (anything done by people)ανθρώπινη δραστηριότητα επίθ + ουσ θηλ
 He argued that global warming is caused by human activity.
learning activity n ([sth] done for educational purposes)εκπαιδευτική δραστηριότητα επίθ + ουσ θηλ
 The students' visit to the museum was an enjoyable learning activity.
leisure activity n ([sth] done for fun or relaxation)ψυχαγωγική δραστηριότητα επίθ + ουσ θηλ
  δραστηριότητα στον ελεύθερο χρόνο περίφρ
 Outdoor leisure activities increase in popularity after a long winter.
outdoor activity n ([sth] which is done out of doors)υπαίθρια δραστηριότητα ουσ θηλ
 My favourite outdoor activity is cycling.
physical activity n ([sth] involving use of the body)σωματική δραστηριότητα επίθ + ουσ θηλ
 The doctor told my son to do some straining physical activity, like swimming, for instance.
social activity n ([sth] done in company)κοινωνική δραστηριότητα έκφρ
 Some people enjoy walking in the countryside as a social activity.
social activity n (interaction with others)κοινωνική δραστηριότητα έκφρ
sustained activity n (prolonged or continued action)συνεχής δραστηριότητα ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης
sustained activity n (prolonged physical exertion)συνεχής προσπάθεια ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'activity' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [physical, mental, strenuous, low-impact, easy] activity, UK: [take, go on, book] an activity holiday, [business, political, illegal, business, private] activities, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση activity στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «activity».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!