WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Κύριες μεταφράσεις |
αγαθό ουσ ουδ | (ό,τι ικανοποιεί ανάγκες) | commodity n |
αγαθό ουσ ουδ | (οικονομία: προϊόν ή υπηρεσία) | product n |
| (always plural) | goods npl |
| Οι τιμές των αγαθών στα μαγαζιά έχουν ανέβει κατακόρυφα. |
αγαθό ουσ ουδ | (ό,τι έχει αξία: ηθική ή υλική) | commodity n |
Επιπλέον μεταφράσεις |
αγαθά ουσ ουδ πλ | μόνο πληθυντικός (περιουσία) (always plural) | possessions npl |
| (always plural) | goods npl |
| Ο Νίκος έχασε όλα του τα αγαθά στο τζόγο. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις |
commodity n | (trade: product) | προϊόν, εμπόρευμα, αγαθό ουσ ουδ |
| The country is famous for commodities such as clothing and jewelry. |
| Η χώρα είναι γνωστή για αγαθά όπως ρούχα και κοσμήματα. |
commodity n | (economics: raw material) | αγαθό ουσ ουδ |
| | προϊόν ουσ ουδ |
| Grains are the country's main export commodity. |
| Τα δημητριακά είναι το κύριο εξαγώγιμο προϊόν της χώρας. |
Επιπλέον μεταφράσεις |
commodity n | (sth valuable or desirable) | αγαθό ουσ ουδ |
| | προνόμιο ουσ ουδ |
| | πολυτέλεια ουσ θηλ |
| In this busy world, free time has become a commodity that all too few of us enjoy. |